Cohen.gr Πέμπτη 15.3.2018
Μαρία Πολυζωίδου*

Υπό το βάρος των οικογενειακών και συναισθηματικών δεσμών μου, αλλά και με μεγάλο σεβασμό και ευθύνη απέναντι στην ιστορία της Μαρτυρικής μου Πατρίδας, ως γόνος δεύτερης γενιάς, θα σας εξιστορήσω τα γεγονότα που σημάδεψαν για πάντα το χωριό μου, τα Κερδύλλια Σερρών, που έμελλε να αποτελέσουν το πρώτο χωριό της Ελλάδας, που βίωσε το Ολοκαύτωμα από την Γερμανική θηριωδία!

Τα παραθαλάσσια Νέα Κερδύλλια Σερρών, χτίστηκαν το 1950. Πριν από το χωριό αυτό, υπήρχαν στο Κερδύλλιο Όρος, τα Παλαιά Άνω και Κάτω Κερδύλλια. Δύο χωριά που η Γερμανική «μπότα», έσβησε για πάντα από το χάρτη της Ελλάδος!

Ήταν ξημερώματα Παρασκευής, 17 Οκτωβρίου του 1941, όταν δύο Γερμανικοί λόχοι, αποτελούμενοι από 250 άνδρες της Βέρμαχτ, περικύκλωσαν τα χωριά Άνω και Κάτω Κερδύλλια, τα οποία βρίσκονταν σε ιδιαιτέρως στρατηγική θέση, στη νότια πλευρά του Κερδυλλίου Όρους, πολύ κοντά στις ακτές του Στρυμωνικού Κόλπου.

Σύμφωνα με τις περιγραφές του παππού μου, Δημήτρη και της γιαγιάς μου, Σαλονικιάς Χούπη, σιγοψιχάλιζε εκείνο το Φθινοπωρικό πρωινό, που για κάποιους Ανωκερδυλλιώτες και Κατωκερδυλλιώτες, θα ήταν λίγη ώρα αργότερα, το τελευταίο τους. Η ώρα της Γενοκτονίας και του Ολοκαυτώματος, πλησίαζε… Η στιγμή, για τα πρώτα δύο Ελληνικά χωριά εν καιρώ κατοχής, τα οποία θα εξολοθρεύονταν στην ιδέα και μόνο της Αντίστασης, είχε σημάνει…

Περίπου στις 08:30 το πρωί, μέσα στην ομίχλη, οι Γερμανοί με βίαιες ενέργειες συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους των Άνω και Κάτω Κερδυλλίων, στη θέση Αλώνια και Κούτρες αντίστοιχα, σε απόσταση 500 μέτρων μεταξύ τους. Η δικαιολογία της συγκέντρωσης των κατοίκων των δύο χωριών, ήταν ο παραδειγματισμός τους για τη δράση ανταρτών στο βουνό, που αντιστεκόταν στη Γερμανική κατοχή.

Με «σπαστά» Ελληνικά και νοήματα, οι Γερμανοί λοχαγοί Wendler και Schreiner διατάζουν τις γυναίκες να βγάλουν από τα σπίτια τους ό,τι πολύτιμα αντικείμενα είχαν και στη συνέχεια τις διώχνουν στις γύρω χαράδρες μαζί με τις κόρες τους και τους μικρούς τους γιους, έως 13ών ετών, υπό τη φρούρηση τριών ένοπλων Γερμανών. Οι Γερμανοί, αμέσως μετά, διώχνουν όσα ζώα είχαν οι κάτοικοι στα σπίτια τους (αγελάδες, γαϊδουράκια, πρόβατα, κότες) και ραντίζουν τα σπίτια των δύο χωριών με εύφλεκτη σκόνη.

Οι καρδιές όλων χτυπούσαν δυνατά. Ήξεραν, ότι η αντίστροφη μέτρηση είχε αρχίσει και η θηριωδία των Γερμανών, δεν είχε ακόμα εκδηλωθεί στο μέγιστο βαθμό. Οι γυναίκες έντρομες, δεν ήξεραν αν και πότε θα ξαναδούν τους άνδρες τους και τα παιδιά τους.

Οι συγκεντρωμένοι κάτοικοι, αποτελούνταν πλέον από αγόρια 14 ετών και άνω και άνδρες έως 60 ετών. Απέναντί τους, 250 Γερμανοί με τα πολυβόλα στημένα. Οι κάτοικοι στέκουν αμίλητοι μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα. Ανάμεσά τους μικρά αγόρια, έφηβοι, νεαροί άνδρες, οικογενειάρχες, ηλικιωμένοι άνδρες, ακόμα και άρρωστοι… Όλοι τους ξεσπιτωμένοι και τρομαγμένοι! Όποια σκέψη κι αν έκαναν εκείνη την ώρα, επρόκειτο να είναι και η τελευταία τους. Ξαφνικά, οι Γερμανοί, ρίχνουν μία κόκκινη φωτοβολίδα, η οποία ήταν και το σύνθημα για να γράψουν οι Γερμανοί το τέλος…

Τα πολυβόλα σπάνε τη νεκρική σιγή και τραντάζεται όλο το βουνό! Οι κάτοικοι των γύρω χωριών, θυμούνται μέχρι και σήμερα το θόρυβο εκείνου του θανάτου στα Άνω και Κάτω Κερδύλλια! Στο άκουσμα των πολυβόλων, τα γυναικόπαιδα με δάκρυα στα μάτια και κραυγές αρχίζουν να τρέχουν προς τους δικούς τους ανθρώπους που ήταν ανάμεσα στους συγκεντρωμένους. Αυτό που αντικρύζουν, είναι η απόλυτη φρίκη!!!

Όλοι οι συγκεντρωμένοι άνδρες είναι νεκροί! Οι κάτοικοι των δύο χωριών, 130 από τα Άνω Κερδύλλια, 80 από τα Κάτω Κερδύλλια, καθώς και 25 ετεροδημότες, που έτυχε να βρίσκονται εκείνες τις ημέρες εκεί, κείτονται στο χώμα, που είναι κατακόκκινο από το αίμα τους!!!     

Η απίστευτη βαρβαρότητα των Γερμανών, όμως, δε σταμάτησε εδώ. Αμέσως, βάζουν φωτιά στα δύο χωριά και καταστρέφουν τα πάντα. Καίνε όλα τα σπίτια και το σχολείο και δεν αφήνουν τίποτα όρθιο στο πέρασμά τους. Ο όλεθρός τους, έχει πλέον ολοκληρωθεί. Δίπλα στους νεκρούς, τα ερείπια. Μαύρος καπνός καλύπτει τα δύο χωριά και το μόνο που ακούγεται, είναι το σπαρακτικό κλάμα των γυναικών!!! Ανάμεσα στους νεκρούς, είναι και ο πατέρας της γιαγιάς μου, ο προπάππους μου, Χρυσάφης Λιόλιος. Μεταξύ των συγκεντρωμένων, όμως, ήταν και ο 16χρονος αδελφός της, Κώστας Λιόλιος, τον οποίο οι μεγαλύτεροι σε ηλικία Κερδυλλιώτες, μόλις άρχισαν τα πολυβόλα να τους σκοτώνουν, προσπάθησαν να προστατεύσουν, πέφτοντας νεκροί επάνω του, προκειμένου να γλιτώσει. Όπως και έγινε. Η μοίρα, όμως, δεν του έκανε το χατήρι… Αφού πέρασαν λίγα λεπτά, ο Κώστας, που ήταν ζωντανός κάτω από δεκάδες σωρούς ανδρών, μίλησε στην προγιαγιά μου και της είπε: «Μάνα, έφυγαν οι Γερμανοί;» Ένας Γερμανός που ήταν ακόμα κοντά, άκουσε τη φωνή του, κατάλαβε ότι κάποιος είχε επιζήσει, τον αναζήτησε ανάμεσα στους νεκρούς και του έδωσε τη χαριστική βολή…    

Οι σκηνές που ακολούθησαν, δύσκολα περιγράφονται με λέξεις! Το μόνο που είχε απομείνει από τα δύο χωριά, ήταν μικρά κορίτσια και αγόρια, χήρες σύζυγοι και μάνες, καθώς και ανήμποροι ηλικιωμένοι που ανέλαβαν το δύσκολο έργο της ταφής όλων των νεκρών. Μεταξύ των χαροκαμένων φιγούρων των δύο χωριών, η γιαγιά μου, Σαλονικιά, που σε ηλικία 9 ετών, ορφάνεψε από πατέρα και έχασε τον αδελφό της, αλλά και ο παππούς μου, Δημήτρης, που έζησε επειδή ήταν 13 ετών και μόλις για έναν χρόνο, γλίτωσε από τα Γερμανικά πολυβόλα!!!

Για μερικά χρόνια οι χήρες με τα παιδιά τους, περιπλανήθηκαν πάμφτωχες στα γύρω χωριά του Νομού Σερρών, χάνοντας κι άλλα παιδιά τους από την πείνα και τις αρρώστιες, ενώ το 1950, 9 χρόνια μετά το Ολοκαύτωμα των Άνω και Κάτω Κερδυλλίων, αποφάσισαν να ενώσουν τις δυνάμεις τους και να επιστρέψουν στον τόπο τους. Γύρισαν πίσω και με όσα αποθέματα ψυχικού σθένους τους είχε απομείνει, έχτισαν δίπλα στη θάλασσα, στη μοναδική παραλία του Νομού Σερρών, τα Νέα Κερδύλλια!

Για πάρα πολλά χρόνια, στα Νέα Κερδύλλια Σερρών κυκλοφορούσαν μόνο μαυροφορεμένες γυναίκες. Άνδρες δεν υπήρχαν σε κανένα σπίτι, εκτός από μικρά αγόρια. Μάλιστα, όλα τα παιδιά του χωριού, νόμιζαν για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, ότι οι γυναίκες σε όλο τον κόσμο φορούν μόνο μαύρα ρούχα. Άλλωστε, ήταν το μοναδικό πράγμα που έβλεπαν στο χωριό. Μαυροφορεμένες τις μανάδες τους, τις αδερφές τους, τις συγχωριανές, κι έτσι πίστευαν, ότι με τον τρόπο αυτό κυκολοφορούν οι γυναίκες παντού.

Για πάρα πολλά χρόνια, όμως, δεν μπορούσαν να γεννηθούν και παιδιά στα Νέα Κερδύλλια Σερρών. Οι χήρες δεν είχαν τους άνδρες τους πλέον για να κάνουν κι άλλα παιδιά και τα δικά τους παιδιά ήταν ακόμα πολύ μικρά για να κάνουν τις δικές τους οικογένειες. Πέρασαν πολλά χρόνια μέχρι να αρχίσουν να ακούγονται παιδικά κλάματα στα Νέα Κερδύλλια. Μέχρι τότε, άκουγες μόνο το κλάμα των γυναικών που πενθούσαν, αφού οι Γερμανοί είχαν εξοντώσει το ανδρικό στοιχείο κατά τη διάρκεια του ΄Β  Παγκοσμίου Πολέμου…

Πέρασαν χρόνια από τότε, αλλά όσες φορές κι αν άκουσα αυτή την ιστορία από τα χείλη των γονιών μου, της γιαγιάς μου και του παππού μου, πάντα αυτό που μου έμενε ήταν η απίστευτη αγριότητα των Γερμανών. Αγριότητα, που δεν μπορεί να τη δεχθεί ή να την καταλάβει ανθρώπινος νους… Ήταν τέτοια η βαρβαρότητά τους και τόσος ο τρόμος που σκόρπισαν, ακούγοντας από μωρό τις περιγραφές των συγγενών μου, που σε ηλικία 3ών ετών, ήμουν με τους γονείς μου, στα Κερδύλλια για το ετήσιο Μνημόσυνο για τους αδικοχαμένους Κερδυλλιώτες από τους Γερμανούς. Η Γερμανία, είχε στείλει Γερμανούς στρατιώτες για να παραυρεθούν στις εκδηλώσεις μνήμης υπέρ των εκτελεσθέντων συμπατριωτών μου κι εγώ, μόλις τους αντίκρυσα να παρελαύνουν στον κεντρικό δρόμο του χωριού, έτρεξα με κλάματα στους γονείς μου, φωνάζοντας, ότι οι Γερμανοί ήρθαν ξανά για να μας σκοτώσουν!!!

Θα ήταν παράλειψή μου να μην αναφέρω, ότι η μνήμη των αδικοχαμένων Κερδυλλιωτών, η ιστορικότητα της περιοχής, η διάδοση των Γερμανικών θηριωδιών και ο σεβασμός αυτού του Μαρτυρικού τόπου, που υπέστη τα πάνδεινα κατά τη Γερμανική κατοχή, τιμάται στο έπακρο από τον εφημέριο των Νέων Κερδυλλίων Σερρών, Πατέρα Μιχάλη Θεοχαρίδη, ο οποίος με το άοκνο έργο του, αγωνίζεται με όσα μέσα διαθέτει, για να μη λησμονηθεί ποτέ και από κανέναν το αίμα που χύθηκε εξαιτίας του Γερμανικού ζυγού.

Λίγους μόνο μήνες πριν τη σφαγή στα Άνω και Κάτω Κερδύλλια, την Άνοιξη του 1941, μία άλλη θηριώδη έλαβε χώρα με ενορχηστρωτές τους Γερμανούς και τους Βούλγαρους, οι οποίοι μπήκαν στην πόλη των Σερρών και ζήτησαν από την Εβραϊκή κοινότητα της πόλης να αλλάξει εθνικότητα. Η πρώτη καταγραφή για την ύπαρξη Εβραίων στο Νομό Σερρών, χρονολογείται περίπου το 1162 μ.Χ. «Στην Ελλάδα γεννηθήκαμε. Η Ελλάδα είναι η γη των πατέρων μας. Είμαστε Έλληνες! Δεν αλλάζουμε την Εθνικότητά μας για κανένα λόγο και με καμία αμοιβή», ήταν η απάντηση των Εβραίων. Μετά την περήφανη αυτή άρνηση, οι Εβραίοι των Σερρών, υποχρεώνονται σε γενική πληθυσμιακή απογραφή, προσκομίζοντας στις βουλγαρικές αρχές, την ταυτότητά τους και φωτογραφία.

Οι Εβραϊκής καταγωγής Σερραίοι, υποχρεώνονται να φοράνε το Άστρο του Δαυίδ και να φέρουν πάντα μαζί τους τη νέα τους ταυτότητά, που είχε χρώμα κίτρινο και έγραφε με Ελληνικά και Βουλγαρικά γράμματα, ότι ήταν Εβραίοι. Στην εξώπορτα των σπιτιών τους είχε αναρτηθεί ειδική ένδειξη με τη φράση «Εβραϊκό σπίτι». Η παρακολούθηση της ζωής τους κράτησε μέχρι και τη φοβερή νύχτα της 3ης προς την 4η Μαρτίου του 1943.


Επιγραφή με ονόματα εκτελεσθέντων 

Εκείνη τη νύχτα και σε εφαρμογή της συμφωνίας της 22ας Φεβρουαρίου του 1943 που υπέγραψαν Γερμανοί και Βούλγαροι «για εκτοπισμό των πρώτων 20.000 Εβραίων από τη Μακεδονία», δόθηκε η διαταγή της σύλληψης των Ελληνοεβραίων, που ζούσαν στις Σέρρες, τη Δράμα, την Καβάλα, την Ξάνθη, την Κομοτηνή και την Αλεξανδρούπολη.

Από το απόγευμα της 3ης Μαρτίου, στην Εβραϊκή συνοικία των Σερρών, στάθηκε μπροστά σε κάθε πόρτα, με την ένδειξη «Εβραϊκό σπίτι», ένας Βούλγαρος στρατιώτης. Οι δρόμοι της πόλης είχαν φωταγωγηθεί, για να μη μπορεί κανείς να δραπετεύσει, ενώ πολυβόλα είχαν στηθεί στις πλατείες της συνοικίας. Τα μεσάνυχτα, άγριες φωνές ξύπνησαν τους Εβραίους, ζητώντας τους να ετοιμασθούν μέσα σε 15 λεπτά.

Μέσα σε κλίμα τρόμου, 476 δημότες της πόλης των Σερρών, Εβραϊκής καταγωγής, συγκεντρώθηκαν στη μεγάλη πλατεία της συνοικίας. Παιδιά, γυναίκες, άνδρες και ηλικιωμένοι, οδηγήθηκαν στοιβαγμένοι στις αίθουσες του καπνομάγαζου. Το πρωί, οι Σερραίοι, έμαθαν τι είχε συμβεί τη νύχτα που προηγήθηκε. Προσπάθησαν να πλησιάσουν το χώρο, όπου ήταν φυλακισμένοι οι συμπολίτες τους. Οι διαταγές, όμως, ήταν αυστηρές και δεν μπορούσε να πλησιάσει κανείς. Οι Βούλγαροι, με μυστικότητα, μετά από κράτηση μίας εβδομάδας μέσα στο καπνομάγαζο, μεταφέρουν τους νηστικούς και διψασμένους Σερραίους Εβραϊκής καταγωγής, στο σιδηροδρομικό σταθμό των Σερρών.

Η είδηση, πως οι Βούλγαροι πηγαίνουν τους Εβραίους στο σταθμό των τρένων, διαδόθηκε με ταχύτητα αστραπής. Οι Σερραίοι, με κάθε τρόπο έσπευσαν στο σταθμό, όπου πετούσαν ψωμί και ρούχα προς τους φίλους τους Εβραίους. Στο σταθμό, οι Εβραϊκής καταγωγής Σερραίοι, φορτώθηκαν σε βαγόνια μαζί με 19 ομόθρησκούς τους από τη Ζίχνη Σερρών και ξεκίνησαν συνολικά 495 ψυχές, για το μεγάλο και χωρίς επιστροφή ταξίδι τους προς τα γερμανικά στρατόπεδα συγκεντρώσεως.

Φορτωμένοι σαν κτήνη σε τρένα έφτασαν, μαζί με όλους τους Ελληνοεβραίους της Θράκης και της Μακεδονίας, στα στρατόπεδα Γκόρνα Τζουμαγιά και Ντούμπιτσα και στις 18 -19 Μαρτίου κατέληξαν στη Σόφια για την τελευταία καταμέτρηση. Από εκεί, ταξίδεψαν προς το παραδουνάβιο βουλγαρικό λιμάνι της πόλης, Λομ, όπου φορτώθηκαν σε τέσσερα πλοία και αναχώρησαν, σε διαφορετικές ημερομηνίες, για τη Βιέννη. Η μεταφορά τους προς τη Βιέννη με ποταμόπλοια, είχε προαποφασισθεί στη σύσκεψη Βουλγάρων και Γερμανών στις 22 Φεβρουαρίου του 1943.

Κάποιοι λένε, ότι όλοι οι Ελληνοεβραίοι της Ανατολικής Μακεδονίας, πνίγηκαν στα παγωμένα νερά του Δούναμη, όμως, η επικρατέστερη άποψη είναι, ότι όλοι οι Ελληνοεβραίοι της Ανατολικής Μακεδονίας, έφτασαν στις 31 Μαρτίου του 1943 στη Βιέννη, πιθανότατα με το πλοίο «Tsar Dushan». Από τη Βιέννη, με τρένα, μεταφέρθηκαν στο Κάτοβιτς της Πολωνίας και εκεί 1.096 οικογένειες, στο πλαίσιο εφαρμογής του προγράμματος των Ναζί για την «οριστική λύση του Εβραϊκού ζητήματος στην Ευρώπη», εξοντώθηκαν. Από το σύνολο της κάποτε ακμαίας Εβραϊκής κοινότητας των Σερρών, δε γλίτωσαν παρά μόνο τρεις άνθρωποι, που έτυχε να απουσιάζουν από τις Σέρρες εκείνη τη φοβερή νύχτα του Μάρτη του 1943.

Με ιστορική παρουσία περίπου 800 χρόνων, μία οικονομικά ακμαία και δημιουργικά πολιτιστική κοινότητα, η Σερραϊκή Εβραϊκή κοινότητα, έπαψε να υπάρχει από τη νύχτα της 3ης – 4ης Μαρτίου του 1943.

Στη μνήμη του Κερδυλλιώτη παππού μου, Δημητρίου Χούπη, που έφυγε από τη ζωή πριν από λίγες ημέρες (28/02/2018)\ Πηγή: Δημοτική Βιβλιοθήκη Σερρών – Το Χρονικό της Εβραϊκής Κοινότητας Σερρών – Χαράλαμπος Βουρουτζίδης

*Μαρία Πολυζωίδου, Δημοσιογράφος – Ανταποκρίτρια και Αρθρογράφος Gatestone Institute NY USA