Εκτύπωση

ΤΟ ΒΗΜΑ Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2011
Φωτεινή Τομαή 

Πώς, λίγα χρόνια μετά την αποκάλυψη της θηριωδίας των ναζιστών, η πρωτοβουλία εβραϊκών οργανώσεων να ζητήσουν από τις κυβερνήσεις όλων των χωρών να συνεισφέρουν οικονομικά στη συντήρηση του στρατοπέδου-μνημείου συνεθλίβη στους πάγους της διαμάχης ΗΠΑ - ΕΣΣΔ

Εβδομήντα χρόνια μετά την κήρυξη του πολέμου κατά της χώρας μας και εξήντα πέντε από την εκκένωση του στρατοπέδου του Αουσβιτς, όπου βρήκαν μαρτυρικό θάνατο πάνω από εξήντα χιλιάδες Ελληνες, εβραίοι το θρήσκευμα,αλλά και χριστιανοί,οι οποίοι συνελήφθησαν εξαιτίας της αντιστασιακής δράσης τους κατά των ναζιστών εισβολέων στη χώρα μας,η μνήμη των θυμάτων εκείνων εξακολουθεί να τιμάται κάθε χρόνο την 27η Ιανουαρίου,ημέρα κατά την οποία τα σοβιετικά στρατεύματα εισήλθαν από τη γνωστή ως «πύλη του θανάτου» του διαβόητου στρατοπέδου για να αντικρίσουν ιδίοις όμμασιν τη φρίκη που βρισκόταν παντού, με τις λιγοστές εξαϋλωμένες θαρρείς φιγούρες όσων επέζησαν, μεταξύ αυτών και αρκετών Ελλήνων που κινούνταν αργά και με αδειανό βλέμμα ανάμεσα στα σκοτεινά κτίρια του ειδεχθούς κολαστηρίου.

Με το άνοιγμα ενός ιστορικού φακέλου της δεκαετίας του 1960 που αποκαλύπτει το άγνωστο παρασκήνιο, αλλά και την υποκρισία των μεγάλων κρατών τα οποία σήμερα κόπτονται για την αποκατάσταση του ενάμισι εκατομμυρίου θυμάτων που μαρτύρησαν στα διαβόητα στρατόπεδα του θανάτου Αουσβιτς- Μπίρκεναου, η παρούσα έρευνα καταδεικνύει την αξία της ιστορικής φράσης που κάποτε διετύπωσε ο νομπελίστας αμερικανός φιλόσοφος και συγγραφέας Ελί Βιζέλ , επιζήσας και αυτός σε ηλικία μόλις δεκαεπτά ετών του ειρημένου στρατοπέδου: « Ας μην εκτελέσομε για δεύτερη φορά τα θύματα εκείνα εκτελώντας τη μνήμη τους,γιατί τότε ο θάνατός τους θα είναι οριστικός και αμετάκλητος » (σε ελεύθερη απόδοση).

Πρώτες κινήσεις
Η πύλη με τη χαρακτηριστική επιγραφή «Η εργασία απελευθερώνει» («Αrbeit macht frei») του διαβόητου στρατοπέδου Αουσβιτς-Μπίρκεναου όπου βρήκαν μαρτυρικό θάνατο από τους ναζιστές περισσότεροι από εξήντα χιλιάδες έλληνες εβραίοι (κυρίως) πολίτες αλλά και αντιστασιακοί

Η πρώτη προσπάθεια σε διεθνές επίπεδο για τη διατήρηση του στρατοπέδου του Αουσβιτς και την ανάδειξή του σε παγκόσμιο μνημείο ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1960. Μέχρι τότε, οι πολωνικές αρχές ελάχιστα είχαν κάνει. Δικαιολογημένα ίσως ως έναν βαθμό αφού οι λαοί της Ευρώπης πρώτη προτεραιότητά τους είχαν να επιζήσουν και να στήσουν τις ρημαγμένες οικονομίες τους.

Η πρωτοβουλία προήλθε από τη γαλλική Comite De Ρatronage D΄Αuschwitz, της οποίας προΐστατο η Οdette Εlina Crussy που εν έτει 1961 απηύθυνε επιστολές της σε 77 κυβερνήσεις, μεταξύ αυτών και στη χώρα μας, προκειμένου να συνεισφέρουν οικονομικά στη συντήρηση του στρατοπέδου και στην ανέγερση μνημείου, η καθεμιά για τα δικά της θύματα. Το συνολικό ύψος της δαπάνης ανήρχετο τότε σε 5 εκατ. νέα γαλλικά φράγκα, όπως αναφέρεται σε υπηρεσιακό σημείωμα της Β΄ Πολιτικής Διευθύνσεως ΥΠΕΞ στις 29 Μαρτίου 1965 (α.α.π.).

Ελάχιστες κυβερνήσεις, ωστόσο, πλην της Γαλλίας, με αποδέκτη τον ίδιο τον πρόεδρο Ντε Γκολ, φάνηκαν να ανταποκρίνονται θετικά στο αίτημα.

Μάλιστα η Γαλλία προσέφερε τότε ως πρώτη δόση 200 χιλιάδες νέα γαλλικά φράγκα (ΑΠ 214/014, 13 Ιανουαρίου 1962, πρέσβης Μ. Μελάς από ΜΑ ΝΑΤΟ στο Παρίσι).

Στο ίδιο έγγραφο αναφερόταν ότι ο βασικός λόγος για τον οποίο οι χώρες της Δύσης καθυστερούσαν να ανταποκριθούν αποδιδόταν σε «πληροφορίες του State Department» σύμφωνα με τις οποίες «η Γραμματεύς της Comite Ιnternational De Ρatronage D΄Αuschwitz θεωρείται ως συμπαθούσα τον κομμουνισμόν» προσθέτοντας ότι «η βρεταννική κυβέρνησις απέρριψετην ως άνω αίτησιν» για τον ίδιο λόγο.

Δάκτυλος κομμουνιστών!

 

Μετά τη διμερή συμφωνία που υπέγραψε η Ελλάδα το 2007 με την Πολωνία,βρίσκεται σε στάδιο υλοποίησης το πρόγραμμα μόνιμης έκθεσης του Ολοκαυτώματος των Ελλήνων στο κτίριο 18 του κρατικού Μουσείου Αουσβιτς (δεξιά και στη φωτογραφία αριστερά η ορειχάλκινη πλάκα που αναφέρεται σε ελληνική γραφή στα θύματα του Αουσβιτς και βρίσκεται στη βάση του κεντρικού μνημείου του στρατοπέδου),δέσμευση από την οποία η χώρα δεν παραιτείται,παρά τη δυσμενή δημοσιονομική της κατάσταση,για λόγους ιστορικούς και πρωτίστως ηθικούς έναντι των πολιτών της που σφαγιάστηκαν αποτρόπαια από τους ναζιστές

Την πληροφορία επιβεβαίωνε και ο έλληνας πρέσβης Α. Λιάτης από την Ουάσιγκτον, σημειώνοντας ότι «η κυρία Οdette Εlina Crussy τυγχάνει μέλος της φιλοκομμουνιστικής Οργανώσεως Combattants Volontaires De la Ρaix,είχε δε λάβει μέρος εις κομμουνιστικά ή κρυπτοκομμουνιστικά συνέδρια εις Πράγαν και Βιέννην» (ΑΠ 1628/Β/11, 29 Απριλίου 1961). Σε συνεδρίαση μάλιστα της Επιτροπής Πληροφοριών του ΝΑΤΟ που έγινε τον Ιανουάριο του 1962, ο νορβηγός αντιπρόσωπος, κατά πληροφορίες του έλληνα πρέσβη Μ. Μελά, ανακοίνωσε πως η χώρα του, και ειδικότερα το δημοτικό συμβούλιο του Οσλο, είχε δεχθεί αίτημα από τον Μάιο ήδη του 1959 και το είχε απορρίψει ακριβώς λόγω των κομμουνιστικών αποκλίσεων της συγκεκριμένης οργάνωσης.

Εξίσου με τη βρετανική, τη δανική, τη νορβηγική και την αμερικανική κυβέρνηση, που σφύριζε αδιάφορα υποκρινόμενη ότι δεν έλαβε ποτέ επιστολή με παρόμοιο αίτημα, παρέμενε και η ολλανδική κυβέρνηση, παρά τα δεκάδες χιλιάδες θύματα ολλανδούς εβραίους που στήριζαν προπολεμικά τη ραχοκοκαλιά της ολλανδικής οικονομίας. Σε σχετική μάλιστα επερώτηση που κατέθεσε στο ολλανδικό Κοινοβούλιο ο βουλευτής του Εργατικού Κόμματος Ρatijn, η ολλανδική κυβέρνηση έλαβε απροκάλυπτα αρνητική θέση (ΑΠ 3-476, 3 Απριλίου 1963, Π. Βερύκιος από Χάγη). Αντίστοιχο αίτημα πάντως φαίνεται πως δεν είχε περιέλθει στην Τουρκία (ΑΠ 2848/014, 23 Μαΐου 1962, Μ. Μελάς). Εύλογα ίσως αφού είχε όχι μόνο παραμείνει επιτηδείως ουδέτερη στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά, παρά τα μεμονωμένα δείγματα ανθρωπιάς που έδειξαν έναντι των κατατρεγμένων εβραίων μερικοί τούρκοι πρόξενοι, όπως εκείνος της Ρόδου, η Τουρκία κατεδίωξε τους εβραίους της με τον περίφημο κεφαλικό φόρο (varlik vergisi).

Το άκρον άωτον της υποκρισίας όμως, που ασφαλώς οφειλόταν στο ψυχροπολεμικό κλίμα της εποχής, ήταν ότι πρώτες έσπευσαν να συνεισφέρουν οι χώρες του κομμουνιστικού μπλοκ, ακόμη και η Αλβανία, με προεξάρχουσα και περισσότερο γενναιόδωρη την τότε Σοβιετική Ενωση, η οποία όπως είναι γνωστό έχει στηλιτευτεί για την πολιτική της καταδίωξης των εβραίων της ακόμα και μετά τη λήξη του πολέμου! Και ενώ η συνδρομή αυτή θα μπορούσε να εκτιμηθεί ως θετική, τελικά συνέβαλε κατά τελείως αρνητικό τρόπο, επιβεβαιώνοντας τις επιφυλάξεις της Δύσης περί κομμουνιστικού δακτύλου, με μόνους χαμένους τα θύματα του Αουσβιτς..

Η Ελλάδα πρώτη αποκατέστησε τους εβραίους
Παρά τις κατηγορίες που κατά καιρούς σπεύδουν οι άσπονδοι «φίλοι» της Ελλάδας να εξαπολύσουν εναντίον της, λίγοι- και παρά τα όσα έχουν γραφεί, μέσα και από επίσημες εκδόσεις του ΥΠΕΞ που στηρίζονται σε ιστορικά έγγραφα της εποχής- συγκρατούν ή θέλουν να συγκρατήσουν ότι η Ελλάδα ήταν η πρώτη χώρα της Ευρώπης που στις 24 Αυγούστου 1944 με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου στο οποίο προήδρευε ο πρωθυπουργός της πρώτης μεταπολεμικής κυβερνήσεως Γεώργιος Παπανδρέου αποκατέστησε τις περιουσίες των ελλήνων εβραίων και ίδρυσε κοινό ταμείο (ΟΠΑΙΕ) για την περίθαλψη όσων επέζησαν, με εισφορές από εβραϊκές περιουσίες των οποίων δεν βρέθηκαν κληρονόμοι ως και τετάρτου βαθμού συγγενείας. Η απόφαση εκείνη, που παρέμεινε πρωτοποριακή στα ευρωπαϊκά χρονικά, έγινε νόμος (Ν 846) του ελληνικού κράτους το 1946. Παρά την τότε δύσκολη για την Ελλάδα περίοδο, ακόμη και όταν οι άλλες χώρες-εταίροι της στον δυτικό συνασπισμό αντιμετώπιζαν υποκριτικά το αίτημα για αποκατάσταση του μνημειακού χώρου στο Αουσβιτς, η τότε κυβέρνηση Κ.Καραμανλή αντιμετώπισε προσεκτικά το θέμα, ανταποκρινόμενη θετικά στο αίτημα των Ισραηλιτών Θεσσαλονίκης που υπέγραφαν ο πρόεδρος και η γενική γραμματέας της Ενωσης Περιθάλψεως και Αποκαταστάσεως Ισραηλιτών Θεσσαλονίκης Οσκαρ Φλωρεντίν και Λίζα Πίνχας, αντίστοιχα, προκειμένου να διεξαχθεί έρανος «δια την ανέγερσιν του εν Αουσβιτς Μαυσωλείου των σφαγιασμένων ομοθρήσκων» τους (ΑΠ 149, 8 Ιουνίου 1963). Την απόφαση (ΑΠ Α2/57801, 16 Ιανουαρίου 1964) υπέγραφε ο τότε νομάρχης Θεσσαλονίκης Α. Μανουσόπουλος. Σημειωτέον ότι οι περισσότερες εισφορές, πλην εκείνης της Γαλλίας και μεταγενέστερα του Βελγίου και της Αυστρίας, οφείλονταν σε ιδιωτικούς εράνους.

Η κυρία Φωτεινή Τομαή είναι ιστορικός, πρεσβευτής σύμβουλος Α' στο υπουργείο Εξωτερικών.


http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=2&artid=381293&dt=30/01/2011