Cohen.gr Τρίτη 5.11.2017
Του Ζαν Κοέν

Διάολε, έχουν όντως περάσει σαράντα χρόνια από τη 17η Μαΐου του 1977;

Τη θυμάμαι σαν σήμερα όταν ο εθνικός παρουσιαστής της ισραηλινής τηλεόρασης, Χαϊμ  Γιαβίν ανεκοίνωσε πως το κόμμα του Μπέγκιν, το Λικούντ, είχε κερδίσει της εκλογές. Το Λικούντ πήρε  33,4% έναντι του της Συμμαχίας[1] του Σιμόν Πέρες που πήρε 24,6%. Αυτό ήταν και το τέλος πολλών πραγμάτων στο Ισραήλ. Είχε γίνει ανατροπή. Ήταν το τέλος μιας εποχής. Μιας εποχής που δεν θα ξανά επέστρεφε ποτέ.

Το τέλος της εποχής των πιονέρων πρωτοπόρων (χαλουτσίμ).

Το τέλος των κιμπούτς όπως τα ξέραμε.

 Το τέλος της αθωότητας του κράτους, όπου κάθε πολίτης θεωρούσε αναφαίρετο δικαίωμα του  του να διαμαρτυρηθεί αυτοπροσώπως στον πρωθυπουργό του και φυσικά υποχρέωση του τελευταίου να τον δεχτεί. 

Το τέλος της φιλοσοφίας του «εμείς» και η αρχή της φιλοσοφίας του «εγώ».

Το τέλος της σοσιαλιστικής δομής του Ισραήλ και η αρχή του καπιταλιστικού μοντέλου που δεν διαφέρει καθ’ όλου από ένα οποιοδήποτε σύγχρονο κράτος της Ευρώπης ή την Αμερική.

Το τέλος της λέξης  «φίλε-χαβέρ», όταν αποτεινόσουν σε ξένο άνθρωπο στον δρόμο και η αρχή της φιλοσοφίας του «κύριε-αντονί».

Το τέλος της κυριαρχίας των Εσκεναζίμ[2] και η αρχή της κυριαρχίας των Μιζραχίμ[3] ή των «χολέρα», όπως αποκαλούσαν οι Εσκεναζίμ τους Μιζραχίμ.

Και τέλος, και σημαντικότερο, το τέλος της εποχής των μεγάλων και αδιάφθορων ηγετών. Ο Μπέγκιν έμελλε να είναι ένας από τους  τελευταίους[4] μεγάλους σεμνούς και βασικά αδιάφθορους πατριώτες πολιτικούς. 

 Ο άνθρωπος που στο όνομα του κράτους του Ισραήλ, της αγαπημένης του χώρας, προτίμησε να διαλύσει την αντιστασιακή του ομάδα και να την εντάξει στο εθνικό στρατό παρά να οδηγήσει τη χώρα σε εμφύλιο μετά τον πόλεμο του 1948. Ο πολιτικός που δεν είχε πρόβλημα να βομβαρδίσει το πυρηνικό εργοστάσιο του Ιράκ, το 1981 και να κάνει ειρήνη με την Αίγυπτο, το 1979. 

Στα επόμενα 40 χρόνια, το Εργατικό κόμμα επανήλθε  στην εξουσία μερικές φορές αλλά απλώς ως παρενθέσεις.

Χαϊμ Γιαβίν, γνωστός και ως ο Κύριος Τηλεόραση

Αλλά το ερώτημα είναι πως έφτασε εκεί που έφτασε το 1977 το πάλαι ποτέ πανίσχυρο Εργατικό κόμμα που εξουσίαζε την πολιτική ζωή περίπου από το 1930  μέσω του Εβραϊκού Πρακτορείου πριν την ίδρυση του κράτους αλλά και το Εργατικό κόμμα, με τις διάφορες ονομασίες του, μετά την ίδρυση του Ισραήλ 1948.

Η απάντηση είναι απλή, πολύ απλή, η αιτία είναι η κυβερνητική αλαζονεία, η οποία οδήγησε και στην φυλετική αλαζονεία.

Το κόμμα του Μπεν Γκουριόν, το Μαπάϊ[5] ξεκίνησε όντως ως εργατικό κόμμα και μάλιστα με σοσιαλιστικές αρχές. Την εποχή εκείνη, κανείς δεν ήταν πλούσιος αλλά ούτε φτωχός με την έννοια της πείνας.  Άλλωστε, δεν μπορούσε να μην είναι έτσι ακόμη και αν το ήθελε το κόμμα.

Ανοίγω μία παρένθεση. Την εποχή εκείνη το νεοσύστατο κράτος έπρεπε να απορροφήσει 2 εκατομμύρια ψυχές, δηλ. 850.000 που εκδιώχθηκαν βίαια, και με μόνο μία βαλίτσα,  από τις αραβικές χώρες, και οι υπόλοιποι που ήσαν όσοι γλύτωσαν από την λαίλαπα των Ναζί. Ως εκ τούτου, όπως καταλαβαίνετε, δεν υπήρχαν περιθώρια για πολυτέλειες. Κλείνει η παρένθεση.

Κατά τα τέλη του 19 αιώνα και με την ίδρυση του Σιωνιστικού κινήματος, οι πρώτοι  μετανάστες, οι πιονέροι (χαλουτσίμ) ήταν ως επί το πλείστον, αν όχι όλοι, Εσκεναζίμ. Οι περισσότεροι ήταν  μορφωμένοι, με επαγγέλματα, ακαδημαϊκές περγαμηνές[6] κλπ.

 Έτσι, όταν δημιουργήθηκε το κράτος, οι Εσκεναζίμ ήταν αυτοί που κατείχαν τις θέσεις στον κρατικό μηχανισμό στο εμπόριο  στην ακαδημαϊκή ζωή  στον πολιτισμό και φυσικά στον πιο σοβαρό και ιερό για τους Ισραηλινούς οργανισμό, τον στρατό. 

Με το που άρχισαν να καταφθάνουν οι Μιζραχίμ, οι Αρχές τους συμπεριφέρονταν σαν πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Τους στοιβάζαν  σε κάτι απομονωμένα μέρη στην έρημο της Νεγκέβ όπως Αράντ, Σντερότ, Γερουχάμ τους λεγόμενους «αναπτυσσόμενους οικισμούς»,[7] που δεν είχαν τίποτα απολύτως (ούτε δρόμους ούτε υπονόμους ούτε σινεμά ούτε συγκοινωνία)[8]. Μετά βίας υπήρχαν σχολεία.

Βλέπετε, οι Μιζραχίμ είχαν φτάσει χωρίς τίποτα μαζί τους, εκδιωγμένοι γαρ.

Δεν είχαν περιουσίες, δεν είχαν λεφτά και καθότι βασικά έμποροι εστερούντο ακαδημαϊκών τίτλων. Απελπισμένοι όπως ήταν, ένιωθαν και ευγνωμοσύνη  που τουλάχιστον βρήκαν μια καλύβα στη νέα τους πατρίδα (στην κυριολεξία) για να μείνουν με την οικογένεια τους. Καταλαβαίνετε πως κάτω από τέτοιες συνθήκες και ψυχολογία ήταν εύκολο να τους κάνεις ότι θέλεις  και να τους φερθείς όπως ήθελες χωρίς πρόβλημα.

Παράλληλα, το κράτος με διάφορες ενέργειες χειραγωγούσε τους Μιζραχίμ. Πάρτε για παράδειγμα την οδηγία του Υπουργείου Εργασίας που όριζε να μην προσλαμβάνονται στο δημόσιο  Μιζραχίμ, που εγκατέλειπαν τους οικισμούς σε μια προσπάθεια να βρουν καλύτερη ζωή, ή την οδηγία του Υπουργείου Χωροταξίας να μην εγκρίνονται οικοδομικές άδειες στους Μιζραχίμ που εγκατέλειπαν τους οικισμούς για το κέντρο της χώρας.

Αλλά και στο υπόλοιπο Ισραήλ υπήρχαν κάπου 120 στρατόπεδα προσφύγων που ήταν σε υποβαθμισμένες περιοχές οι λεγόμενες παραγκουπόλεις[9] όπου η κατάσταση δεν ήταν καλύτερή.

Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, από το 1956 και μέχρι το 1960 υπήρχε μία τεράστια μετανάστευση από την Πολώνια. Το κράτος φέρθηκε σε όσους έρχονταν από κει κάτι παραπάνω από καλά,  καθ’ ότι ήσαν Εσκεναζίμ. Φυσικά, αυτό έκανε ακόμα πιο μισητό το πολιτικό κατεστημένο στα μάτια των Μιζραχίμ.

Με αυτά και με κείνα, το Εργατικό κόμμα ταυτίστηκε πλήρως με τη ελίτ του Ισραήλ σε όλα τα επίπεδα, και παρ’ όλο που το κράτος κατόρθωσε να  εξαλείψει όλοι αυτή τη μιζέρια μέχρι το 1970 (με δύο πολέμους ενδιάμεσα, 1956-1967), οι Μιζραχίμ ένιωθαν μίσος για τους Εσκεναζίμ και κατ’ επέκταση για το εργατικό κόμμα.

Από την άλλη πλευρά, ο Μπέγκιν και το Λικούντ  έδιναν την εικόνα ότι αποτελούσαν το κόμμα του λαού, του φτωχού και του εθνικιστή, έννοιες  εύκολα κατανοητές για τους Μιζραχίμ.

Κατ’ αρχάς, έβλεπαν στο Λικούντ το εθνικιστικό κομμάτι, αυτό που είναι εναντίον των Αράβων. Δηλαδή των χωρών που τους έδιωξαν, μετατρέποντάς τους όχι απλώς σε πρόσφυγες αλλά σε φτωχούς πρόσφυγες αφού δεν τους άφησαν να πάρουν παρά  μόνον μία βαλίτσα. Έτσι, ήρθε η ώρα της εκδίκησης. 

Παράλληλα, στο Λικούντ υπάρχουν όχι απλώς Μιζραχίμ σε ανώτερες και ανώτατες θέσεις αλλά Μιζραχίμ που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στις παραγκουπόλεις και τους αναπτυσσόμενους οικισμούς. Επομένως, το Λικούντ είχε τους  δικούς του ανθρώπους που μπορούσαν να τα βάλουν με την ελίτ. Έτσι, ήρθε η ώρα της εκδίκησης.

Τέλος, το Λικούντ έχει για αυτούς άλλο ένα μεγάλο πλεονέκτημα, είναι εναντίον του Εργατικού κόμματος, του κόμματος της ελίτ, του κόμματος που τους πέταξε στις παραγκουπόλεις και τους αναπτυσσόμενους οικισμούς με συνθήκες χειρότερες και από ζώα, του κόμματος που δεν τους επέτρεπε να προλαμβάνονται στο δημόσιο, και που οι οπαδοί και μέλη του τους αποκαλούσαν «χολέρα». Για τους Μιζραχίμ, ήρθε η ώρα της εκδίκησης. 

Έτσι, με το που κατόρθωσαν στις αρχές 1970 να μην έχουν πια πρόβλημα στέγασης, φαγητού και   ρουχισμού, δηλαδή επιβίωσης,  άρχισαν να παίρνουν μέρος στο πολιτικό/κοινωνικό  γίγνεσθαι, να οργανώνονται σε σωματεία, να γίνονται μέλη κομμάτων κλπ, με το κλασσικότερο παράδειγμα τους «Μαύρους Πάνθηρες»,. Οι πάνθηρές ήταν η πρώτη ισραηλινή οργάνωση που επίσημα είχε ως στόχο της την «ίση κοινωνική μεταχείριση των Μιζραχίμ.»   

Ήταν το βράδυ της 17η Μαΐου, όταν ο Χαϊμ Γιαβίν, γνωστός και ως ο Κύριος Τηλεόραση, ανεκοίνωσε ότι υπάρχει «ανατροπή στο πολιτικό μας σύστημα.»  

Διάολε, έχουν όντως περάσει σαράντα χρόνια;

---------------------------------------------------   

[1] Η Συμμαχία ήταν η μετεξέλιξη του κόμματος Μαπάϊ του Μπεν Γκουριόν. Το κόμμα αυτό πέρασε από διάφορες ονομασίες όπως Εργατικό, Συμμαχία και τώρα «Εργατικό-το Σιωνιστικό Στρατόπεδο», ως αντίβαρο στο Λικούντ που αυτό-προσδιορίζεται ως το Εθνικό Στρατόπεδο.  

[2] Οι Εβραίοι που ήρθαν από την κεντρική και την ανατολική Ευρώπη.

[3] Οι Εβραίοι που ήρθαν από τις αραβικές χώρες. Η τρίτη μεγάλη κατηγορία είναι οι Σεφαραδίτες, δηλ. οι Εβραίοι που ζούσαν στην ευρωπαϊκή πλευρά της Μεσογείου. 

[4] Ο τελευταίος, κατά τη γνώμη μου,  ήταν ο Ράμπιν.

[5] Μαπάϊ, είναι αρχικά των λέξεων «Κόμμα Εργατών του Ισραήλ».

[6] Στο δικό μου Κιμπούτς το Ραμάτ Ραχέλ υπήρχαν δύο PhD.

[7] Αγιαρότ Πιτούαχ

[8] Σήμερα, οι οικισμοί αυτοί είναι ανεπτυγμένες πόλεις.

[9] Μααμπαρότ