Μία έρευνα που πραγματοποιήθηκε από την «Χάαρετζ» και την ισραηλινή οργάνωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων «Μπετσέλεμ», διαψεύδει την εκδοχή των γεγονότων που παρουσίασε ο Ισραηλινός στρατός σε σχέση με την στρατιωτική επιχείρηση στις 24 Αυγούστου, στην οποία σκοτώθηκαν πέντε Παλαιστίνιοι από πυρά των Ισραηλινών Ενόπλων Δυνάμεων στον προσφυγικό καταυλισμό στην Τουκάρεμ της Δυτικής Οχθης.

Η επίσημη ανακοίνωση των Ισραηλινών Ενόπλων Δυνάμεων περιέγραψε την μυστική επιχείρηση που πραγματοποιήθηκε αργά την νύχτα ως εξής: «Πέντε τρομοκράτες από το τρομοκρατικό δίκτυο που φέρει την ευθύνη για τις επιθέσεις στο νυχτερινό κέντρο «Stage», και στο [εμπορικό κέντρο Χασαρόν] στην Νετάνια, σκοτώθηκαν στην Τουλκάρεμ.»

Αυτή η ανακοίνωση που αργότερα άλλαξε πολλές φορές, χαρακτηρίζει τον Ανάς Αμπού Ζεϊνα 17 ετών, ως «έναν συνεργό καταζητούμενων εξτρεμιστών», τον Αντέλ Αμπού Χαλίλ (Αλ Γκάουι), 26 ετών, ως έναν «ανώτερο πράκτορα της Ισλαμικής Τζιχάντ», και τον Μάζντι Ατίγια, 18 ετών, ώς κάποιον που «συμμετείχε στην προετοιμασία εκρηκτικών μηχανισμών και σε επιθέσεις εναντίον των Ισραηλινών Ενόπλων Δυνάμεων.»

Ομως το υλικό που συγκεντρώθηκε από την «Χάαρετς» και την Μπετσέλεμ αποκαλύπτει ότι οι τρείς έφηβοι που σκοτώθηκαν ο Αμπού Ζεϊνα, ο Μοχάμεντ Οθμάν, 17 ετών, και ο Μαχμούντ Αχαντίμπ, επίσης 17 ετών, δεν είναι γνωστά μέλη οποιασδήποτε τρομοκρατικής οργάνωσης.

Οι δύο ενήλικες που σκοτώθηκαν ήταν χαμηλόβαθμα μέλη οργανώσεων, οι οποίοι δεν συμπεριφέρονταν σαν καταζητούμενοι εξτρεμιστές και ήταν άοπλοι την ώρα της επιχείρησης. Πυροβολήθηκαν από τους στρατιώτες από μικρή απόσταση (10 – 15 μέτρα), ενώ βρίσκονταν σε μία σχεδόν τελείως περιφραγμένη αυλή.

Οι αυτόπτες μάρτυρες λένε ότι άκουσαν στους στρατιώτες να φωνάζουν «Σταμάτα!» και «Μην Κινείσαι!» στα μέλη της ομάδας, και ανοίξαν πυρ μόλις λίγα δευτερόλεπτα αργότερα χωρίς να δώσουν την ευκαιρία στους άνδρες να παραδοθούν. Κάποιοι διασκορπίστηκαν προς κάθε κατεύθυνση, ενώ άλλοι σκοτώθηκαν επι τόπου.

Οι μάρτυρες είπαν ότι σε αρκετές περιπτώσεις οι στρατιώτες αποτελείωσαν τους άνδρες επιβεβαιώνοντας τον θάνατό τους, πυροβολώντας από μικρή απόσταση. Σε αντίθεση με τον ισχυρισμό των Ισραηλινών Ενόπλων Δυνάμεων, οι μάρτυρες λένε ότι δεν υπήρξε καμία ανταλλαγή πυροβολισμών στην γύρω περιοχή, ούτε είχαν ριφθεί βόμβες μολότωβ εναντίον των στρατιωτών.

Οι μάρτυρες είπαν όμως ότι λίγο πριν αρχίσει η επιχείρηση, είχαν περάσει από την τοποθεσία υψηλόβαθμοι εξτρεμιστές, μεταξύ των οποίων και ο Ρίμπι Αμάρα, αρχηγός της Χαμάς στον καταυλισμό, ο οποίος μόλις είδε την αρχή της επιχείρησης διέφυγε σε ένα κοντινό δρομάκι, καθώς και ο Μουσίρ Μανσούρι, ένας αστυνομικός από την Δύναμη 17 της Παλαιστινιακής Αρχής, ο οποίος και αυτός μπόρεσε να διαφύγει από μία εσωτερική αυλή, πετώντας το δηλωμένο όπλο του καθώς τράπηκε σε φυγή.

Ο Α είναι ιδιοκτήτης μαγαζιού που βρίσκεται δίπλα στο σημείο του επεισοδίου. Γύρω στις 11:15 μμ καθόταν στην είσοδο του μαγαζιού μαζί με την κόρη του των τριών χρόνων, όταν είδε ένα μακρύ λευκό βάν με παλαιστινιακές πινακίδες και παράθυρα σκεπασμένα με κουρτίνες.

«Μόλις σταμάτησε, οι στρατιώτες πήδηξαν έξω, αλλά δυσκολευόμουνα να δω τις στολές τους. Ετρέξαν προς την κατεύθυνση ενός κτίσματος από μπετόν που βρισκόταν δίπλα στην αυλή όπου συνέβησαν οι θάνατοι και άρχισαν να φωνάζουν. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα άνοιξαν πυρ. Μέχρι τότε είχαν τρέξει και άλλοι στρατιώτες προς την κατεύθυνσή μου και με διέταξαν να πέσω μπρούμητα στο έδαφος. Αγκάλιασα σφιχτά το παιδί, και δεν κινήθηκα μέχρι να τελείωσουν όλα», είπε ο Α.

Ο Π ζει περίπου 50 μέτρα από το σημείο σε ένα διαμέρισμα που έχει θέα την αυλή. «Βρισκόμουν στην ταράτσα όταν άκουσα πρώτα τις φωνές και μετά τους πυροβολισμούς» είπε σε πραγματογνώμονες της Μπέτσελεμ.

«Κοίταξα προς τα κάτω και είδα τους στρατιώτες στις δύο πλευρές του κτιρίου να πυροβολούν προς την κατεύθυνση της αυλής. Είδα τους νεαρούς άνδρες να διαφεύγουν προς κάθε κατεύθυνση και τους στρατιώτες να πλησιάζουν τον Χαλίλ, ο οποίος βρισκόταν πεσμένος μπρούμητα στο έδαφος. Μόλις τους είδα να τον πυροβολούν από μικρή απόσταση άκουσα πυροβολισμούς στον τείχο στην δική μου πλευρά και αποτραβήχτικα. Μόνο αργότερα ξανακοίταξα και μπόρεσα να δω τα πτώματα. Οι στρατιώτες συνέχισαν να πυροβολούν στα διπλανά σπίτια για να μην πλησιάσει κανένας.»

Από αυτήν και άλλες μαρτυρίες προκύπτει ότι οι στρατιώτες κρύφτηκαν στις δύο πλεύρες του κτηρίου από μπετόν και αφού φώναξαν, άνοιξαν πυρ προς την κατεύθυνση της αυλής. Υπήρχαν δύο ομάδες στην αυλή εκείνη την ώρα. Η μία ομάδα, που βρισκόταν κόντα στην είσοδο του σπιτιού του Αχαντίμπ, περιλάμβανε τον Αχαντίμπ, τον Ατίγια, τον Αμπού Χαλίλ, και τον άνδρα της Δύναμης 17, τον Μανσούρι. Λίγα πιο μέτρα μακριά κάθονταν οι έφηβοι, Αμπού Ζεϊνα, και Οθμάν, μαζί με αρκετούς συμμαθητές τους από το λύκειο του καταυλισμού.

Ενα από τα αγόρια που βρισκόταν εκεί ήταν ο Ταρίκ Ζαϊτ, 17 ετών. «Στεκόμασταν και μιλούσαμε. Ο Ανάς είχε φέρει προσκλήσεις για τον γάμο του αδερφού του, που θα γινόταν σε δύο ημέρες, και όλοι ήταν ευδιάθετοι και έτρωγαν ηλιόσπορους. Μετά ακούσαμε τις φωνές. Ολοι πήδηξαν φοβισμένοι, και εγώ γύρισα και άρχισα να τρέχω. Οταν βγήκα από την αυλή μπαίνοντας στο δρομάκι, ένιωσα ότι είχε τραυματιστεί το χέρι μου και έτρεχε αίμα, αλλά συνέχισα να τρέχω. Μόνο αργότερα έμαθα τι συνέβη στους άλλους», είπε ο Ζαϊτ.

Ο Αμπού Χαλίλ σκοτώθηκε επι τόπου. Η μητέρα του Αχαντίμπ άκουσε τους πυροβολισμούς μέσα από το σπίτι της. Οταν είχαν τελείωσει όλα κρυφοκοίταξε έξω και είδε το πτώμα του γιού της μέσα από την πόρτα. Ο Ατίγια έφτασε στο δρομάκι αλλά κατέρρευσε και πέθανε από τα τραύματά του.

Ο Μανσούρι, ο οποίος βρισκόταν πιό κοντά από όλους στην είσοδο της αυλής, έτρεξε στο δρομάκι, πέταξε το όπλο του, και δίεφυγε πηδώντας πάνω από έναν συρμάτινο φράχτη. Και ο Αμπού Ζεϊνα έτρεξε στο δρομάκι στο νότιο μέρος της αυλής,αλλά κατέρρευσε και πέθανε από τα τραύματά του. Ο φίλος του ο Οθμάν κατέρρευσε στο απένταντι δρομάκι και διακομίστηκε στο νοσοκομείο Μέϊρ στο Κφάρ Σάβα, όπου αργότερα πέθανε από τα τραύματά του.

Οταν σταμάτησαν οι αρχικοί πυροβολισμοί έφτασαν περισσότεροι στρατιώτες στον καταυλισμό σαν ενισχύσεις.

Οι αξιωματούχοι ασφαλείας των Παλαιστινίων απορρίπτουν τους ισχυρισμούς των Ισραηλινών Ενόπλων Δυνάμεων ότι οι τρείς έφηβοι, οι οποίοι ζούσαν το πολύ σε απόσταση 150 μέτρων ο ένας από τον άλλον, είχαν οποιαδήποτε σχέση με τρομοκρατικές οργανώσεις ή ότι βοηθούσαν καταζητούμενους εξτρεμιστές.

Ο Ανάς Αμπού Ζεϊνα ήταν μαθητής λυκείου ο οποίος δούλευε σε οπωροπολείο στην αγορά της Τουλκάρεμ και δεν είχε συλληφθεί ποτέ. Ούτε ο Μοχάμεντ Οθμάν φέρεται να είχε οποιαδήποτε σχέση με κάποια οργάνωση. Ο πατέρας του δουλεύει σε οικοδομές στο Ισραήλ.

Ο Μοχάμεντ, πατέρας του Μαχμούντ Αχαντίμπ., λέει ότι οι Ισραηλινές Ενοπλές Δυνάμεις θα μπορούσαν εύκολα να συλλάβουν τον γίο του εάν το επιθυμούσαν. «Τελευταία ο Μαχμούντ φορούσε πάνες επειδή είχε ακράτεια. Ηταν επιληπτικός είχε κάνει κάποια θεραπευτική αγωγή στο νοσοκομείο Ραμπάμ στην Χάϊφα, και δεν συμμετείχε ποτέ σε καμία δραστηριότητα καμίας οργάνωσης,» είπε. «Προτίμησαν να τον σκοτώσαν όπως έκαναν με τον μεγάλο αδερφό του τον Ράμι, ο οποίος σκοτώθηκε στον καταυλισμό πριν ενάμιση χρόνο.»

Σε ότι αφορά τους δύο ενήλικες στην ομάδα, υπάρχουν αμφιβολίες για το κατά πόσο καταζητούμενοι ήταν από τις Ισραηλινές Ενοπλες Δυνάμεις σε σχέση με τα γεγονότα.

Είναι γνωστό ότι η οικογένεια του Ατίγια υποστηρίζει την Φάταχ, όπως κάνουν και οι μισοί κάτοικοι του καταυλισμού. Ο πάτερας του, ο οποίος φέρει το ψευδόνυμο «το φανάρι» είναι γνωστός ακτιβιστής της Φάταχ, αλλά ο ίδιος δεν θεωρεί καθόλου ακτιβιστή τον εαυτό του, και σίγουρα όχι κατασκευαστή εκρηκτικών ή ανώτατο στέλεχος της οργάνωσης.

Ο Αμπού Χαλίλ είναι ο μόνος ο οποίος είχε στο παρελθόν δραστηριότητα στην Ισλαμική Τζιχάντ, αλλά είχε παραδοθεί μόνος του στην Παλαιστινιακή Αρχή πριν μερικές εβδομάδες και κοιμάταν σε αστυνομικά τμήματα για προστασία, Το όνομά του βρίσκεται στον κατάλογο των καταζητούμενων στην περιοχή της Τουλκάρεμ, αλλά οι πηγές της Ισλαμικής Τζιχάντ επιμένουν ότι είχε εγκαταλείψει την οργάνωση πριν σκοτωθεί.

Απάντωντας στο ρεπορτάζ, οι Ισραηλινές Ενοπλες Δυνάμεις, αρνήθηκαν να δηλώσουν κατηγορηματικά εαν κάποιοι από τους πέντε άνδρες που σκοτώθηκαν ήταν οπλισμένοι και προτίμησαν να αναφερθούν γενικά σε ένοπλους άνδρες που βρίσκονταν στον καταυλισμό την ώρα της επιχείρησης.

Οι Ισραηλινές Ενοπλες Δυνάμεις διέψευσαν κατηγορηματικά ότι είχαν αποτελειώσει κάποιους από αυτούς.

Μετά από επανειλλημένα αιτήματα για διεκρινήσεις για το κατά πόσο κάποιοι από τους υπόπτους είχαν συλληφθεί για εχθρική δραστηριότητα, στρατιωτικές πηγές υποστήριξαν ότι οι τρείς νεκρόι – ο Αμπού Χαλίλ, ο Ατίγια και ο Αμπού Ζέϊνα, είχαν τέτοια μητρώα.

Οι πηγές είπαν ανεπίσημα ότι «είναι αδύνατον να γνωρίζουμε σίγουρα εάν όλοι οι καταζητούμενοι έφεραν όπλα, δίοτι οι Ισραηλινές Ενοπλές Δυνάμεις δεν ήταν οι πρώτοι που τους προσέγγισαν».

Το Γραφείο του Εκπροσώπου των Ισραηλινών Ενόπλων Δυνάμεων εξέδωσε την ακόλουθη ανακοίνωση: «Οι Ισραηλινές Ενοπλες Δυνάμεις πραγματοποίησαν επιχείρηση στον καταυλισμό για να συλλάβουν ανώτατους καταζητούμενους εξτρεμιστές από το δίκτυο της Ισλαμικής Τζιχάντ που πραγματοποίησε πρόσφατα μεγάλες επιθέσεις μέσα στο Ισραήλ, την Ιουδαία και την Σαμάρεια, και το οποίο προετοιμάζεται να εξαπολύσει περισσότερες επιθέσεις.

«Κατά την διάρκεια της επιχείρησης, τα μέλη της δύναμης που φορούσαν πολιτικά, αλλά έφεραν αναγνωριστικά σήματα των Ισραηλινών Ενόπλων Δυνάμεων, περικύκλωσαν έναν αριθμό καταζητούμενων ανδρών, μερικοί εκ των οποίων ήταν ένοπλοι. Η δύναμη ακολούθησε πλήρως την διαδικασία για την σύλληψη υπόπτων και κάλεσε τους καταζητούμενους να παροδοθούν πυροβολώντας στον αέρα. Παρά τις προσπάθειες να συλληφθούν οι καταζητούμενοι τράπηκαν σε φυγή.

«Αλλοι τρομοκράτες στην περιοχή άνοιξαν πυρ και πέταξαν βόμβες μολότωβ εναντίον της δύναμης. Στην διάρκεια της προσπάθειας να γίνουν συλλήψεις τέσσερις τρομοκρατικοί πράκτορες σκοτώθηκαν, ένας υψηλόβαθμος εξτρεμιστής και τρείς συνεργοί του.

«Μέχρι στιγμής δεν έχει σταθεί δυνατόν να διευκρινιστεί η ανάμειξη με την τρομοκρατία του πέμπτου άνδρα , ο οποίος βρισκόταν με τους καταζητούμενους, και ο οποίος διακομίστηκε σε ισραηλινό νοσοκομείο και αργότερα πέθανε από τα τραύματά του. Οπως συνηθίζεται σε τέτοιες περιπτώσεις, ο Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου διέταξε την διεξαγωγή έρευνας η οποία δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί. Οι Ισραηλινές Ενοπλες Δυνάμεις θα συνεχίσουν τις επιχειρήσεις τους μπροστά στις προσπάθειες της Ισλαμικής Τζιχάντ να πραγματοποιήσει επιθέσεις σε συνεργασία με την Χεζμπολλάχ.»


Την Τρίτη (6.9.) ανώτερος αξιωματικός των Ισραηλινών Ενόπλων Δυνάμεων είπε στην «Χάαρετς» ότι οι στρατιώτες του τάγματος «Ντουβντεβάν» μπήκαν στον καταυλισμό για να συλλάβουν ομάδα καταζητούμενων εξτρεμιστών, κυρίως τον Αμπού Χαλίλ της Ισλαμικής Τζιχάντ και τον Ρίμπι Αμάρα της Χαμάς. Ο Αμάρα έφυγε από την αυλή περίπου δύο λεπτά πριν μπούν οι στρατιώτες.

Η προηγούμενη πληροφόρηση υποδείκνυε ότι τουλάχιστον τρείς από τους καταζητούμενους ήταν οπλισμένοι. Ο αξιωματικός απέρριψε τους ισχυρισμούς περι επιβεβαίωσης θανάτων, αλλά είπε ότι σε μία περίπτωση, όταν υπήρχε φόβος ότι ένας από τους τραυματίες στην αυλή προσπαθούσε να τραβήξει το όπλο του, πυροβολήθηκε και πάλι από απόσταση 10 μέτρων.

Η έρευνα της Στρατού βασίστηκε και σε εξέταση ενός βίντεο που τραβήχτικε στον αέρα από μη επανδρωμένο αεροσκάφος. «Η περιγραφή ανθρώπων που απλώς κάθονταν δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα», είπε ο αξιωματικός. «Ολοι όσοι κτυπήθηκαν, κτυπήθηκαν μέσα στην αυλή μαζί με μία ομάδα καταζητούμενων εξτρεμιστών. Δεν κτυπήθηκαν αθώοι περαστικοί στον δρόμο.»