Jpost Σάββατο 10.3.2018
Της Sarah Levi 

Τα Κιμπούτς εξακολουθούν να υπάρχουν. Αλλά για να επιβιώσουν πρέπει να συμβιβαστούν ως προς τα ιδανικά τους και, όπως πάντα, να στηρίξουν το συνεργατικό πνεύμα.

 Ήταν μια παραδοξότητα χτισμένη σε υψηλά ιδανικά: πρωτοπόροι διανοούμενοι Εβραίοι από την Ευρώπη μεταναστεύουν στην Παλαιστίνη και τον νεοσύστατο Κράτος του Ισραήλ για να χτίσουν και να ενισχύσουν τη γη μονάχα με τα γυμνά τους χέρια.

Ένα ριζοσπαστικό κοινοτικό πείραμα, το κιμπούτς είχε στόχο του την ισότητα, όπου ο καθένας μοιραζόταν τα πάντα, επιφορτιζόταν με το ίδιο φορτίο (ο διαχειριστής του αγροκτήματος είχε τις ίδιες απολαβές με αυτόν που έπλενε τα πιάτα κ.λπ.) και κάθε απόφαση λαμβανόταν συλλογικά όπως σε κάθε ομάδα.

Η ιδέα ήταν να δημιουργηθεί μια ουτοπική κοινότητα βασισμένη πάνω σε σοσιαλιστικές αρχές και ιδρυμένη στο έδαφος της εβραϊκής πατρίδας.

Η λέξη «κιμπούτς» στα Εβραϊκά σημαίνει «συγκέντρωση». Αυτές οι κοινότητες άρχισαν να φυτρώνουν σε ολόκληρη τη χώρα κατά τη διάρκεια των αρχών του 20ου αι.

Το κιμπούτς ήταν μια αυτόνομη οντότητα που παρείχε στα μέλη του τα πάντα σε αντάλλαγμα για τη στήριξή τους στην κοινότητα μέσω της σκληρής τους εργασίας. Αντί να στηριχθούν στην δοκιμασμένες και πετυχημένες εβραϊκές παραδόσεις που βασίζονταν στο σπίτι και την οικογένεια ως την σπονδυλική στήλη των κοινοτήτων τους, το κίνημα των κιμπούτς συντάραξε αυτούς τους θεσμούς δίνοντας τόση μεγάλη έμφαση στα ιδανικά της ισότητα,ς ώστε η οικογένεια ως μονάδα θεωρείτο απαρχαιωμένη και τα παιδιά μεγάλωναν μέσα σε σπίτι παιδιών. Οι ενήλικες ζούσαν σε σπίτια χωρίς κουζίνες και έτρωγαν το φαγητό τους στις τραπεζαρίες της κοινότητας.


Η τραπεζαρία έγινε η συμβολική καρδιά του κιμπούτς, όπου τα μέλη του έτρωγαν -σε στυλ μπουφέ- το φαγητό που καλλιεργούσαν και μαγείρευαν για τους εαυτούς τους.

Τα περισσότερα από αυτά τα κιμπούτσιμ, ευρισκόμενα στο Βόρειο Ισραήλ μέσα σε φυσικές, γραφικές τοποθεσίες με ήσυχους δρόμους μέσα σε φοίνικες με αγροκτήματα και χωράφια, άντεξαν για πολύ χρόνο και απομένει να δούμε τι επιφυλάσσει το μέλλον γι΄αυτόν τον αποκλειστικά ισραηλινό θεσμό.

Σήμερα υπάρχουν περίπου 260 κιμπούτσιμ και καθώς το πείραμα εξελίσσεται εδώ και πάνω από έναν αιώνα, φαίνεται ότι βιώνουν κάποιο είδος αναγέννησης. Ωστόσο, όπως αποδεικνύουν τα κιμπούτσιμ μέσα από την ίδια τους την ύπαρξη, το να παραμείνουν ζωντανά απαιτεί συνεργασία.

ΤΟ ΚΙΜΠΟΥΤΣ ΝΤΕΓΚΑΝΙΑ, το οποίο τελικά χωρίστηκε σε Κιμπούτς Ντεγκάνια Άλεφ και Κιμπούτς Ντεγκάνια Μπετ, εξελίχθηκε σε έναν από τα πιο εμβληματικά ιδρύματα του Ισραήλ και έδειξε τον δρόμο για τα κιμπούτσιμ που ακολούθησαν. Ιδρύθηκε τον Οκτώβριο του 1910 από μια δεκάδα Εβραίων από τη Ρωσία, οι οποίοι εμπνέονταν και ακολουθούσαν το σοσιαλιστικό όραμα του Σιωνισμού για την Παλαιστίνη, καλλιεργώντας τη γη την εποχή που μας είναι γνωστή ως η Δεύτερη Αλιγιά (σ.μ. η Δεύτερη Μετανάστευση στο Ισραήλ).

Η Ντεγκάνια βρίσκεται στις όχθες του ποταμού Ιορδάνη ακριβώς νοτίως της λίμνης της Γαλιλαίας. Το κιμπούτς διαθέτει μεγάλες φυτείες μπανάνας, γρέιπφρουτ και αβοκάντο όπως επίσης και μεγάλα κοπάδια από αγελάδες καθώς και ορνιθοτροφεία. Λειτουργεί επίσης και το εργοστάσιο Toolgal στο οποίο απασχολούνται τα περισσότερα μέλη του κιμπούτς (το 2017 το εργοστάσιο πουλήθηκε σε ιδιώτη).

Ο Ίτσχικ Σέφερ είναι μέλος κιμπούτς δεύτερης γενιάς και παππούς των μελών των κιμπούτς. Απόφοιτος του Τεχνολογικού Ιδρύματος Τέχνιον, ο Σέφερ εργαζόταν στο εργοστάσιο Toolgal για περισσότερο από 40 χρόνια σε κάθε πόστο. Σε συνέντευξή του στο Jerusalem Post Magazine, εξηγεί ότι είχε μοιράσει τα καθήκοντά του: 80% εργαζόταν στο εργοστάσιο και 20% ως πρόεδρος του Κιμπούτς. Ο Σέφερ διηγείται πώς, ενώ ήταν το πρώτο κιμπούτς, το Ντεγκάνια ήταν στην ουσία πολύ πιο μπροστά από την εποχή του καθώς και από εκείνα που ιδρύθηκαν αργότερα.

«Στο Ντεγκάνια τα παιδιά ποτέ δεν κοιμόντουσαν στα σπίτια για τα παιδιά· ζούσαν πάντοτε με τους γονείς τους. Υπήρχαν τα σπίτια για τα παιδιά αλλά κανένα δεν κοιμόταν εκεί. Μετά το σχολείο, πηγαίναμε στα σπίτια για τα παιδιά για τρεις-τέσσερις ώρες περίπου και στη συνέχεια πηγαίναμε σπίτι και μέναμε με τις οικογένειές μας. Έτσι είχε το πράγμα».

Οι ισχυροί οικογενειακοί δεσμοί βοήθησαν να εμπλουτιστούν και οι δεσμοί μέσα στην κοινότητα του κιμπούτς. «Όταν ήμουν νεότερος και έπρεπε να μεγαλώσω τα τέσσερα παιδιά μου δούλευα πολλές ώρες στο εργοστάσιο. Ξύπναγα στις πέντε και γύριζα στις πέντε. Όμως το κιμπούτς με βοήθησε. Ποτέ δεν αναγκάστηκα να ανησυχήσω για τα παιδιά μου. Ήξερα ότι ήσαν σε καλά χέρια. Ειδικά, όταν πέθανε η γυναίκα μου, ήξερα ότι θα μας φροντίσουν. Αυτό σας δίνει μια ιδέα για το πώς λειτουργούσαν τα πράγματα εκεί. Η οικογενειακή ζωή εδώ είναι πολύ ισχυρή, το ίδιο και η κοινωνική. Η οικογένεια δεν αποστασιοποιείται από την κοινότητα, δεν την αντικαθιστά και δεν της αντιτίθεται» λέει ο Σέφερ.

Όταν μια οικονομική κρίση έπληξε τα κιμπούτσιμ τη δεκαετία του 1980, το κιμπούτς Ντεγκάνια δεν επλήγη πάρα πολύ, προσθέτει ο Σέφερ, καθώς είχε ήδη ιδιωτικοποιήσει το εργοστάσιό του νωρίτερα εκείνη τη δεκαετία, γεγονός που υπογραμμίζει ακόμη μια φορά το πόσο προχωρημένους στόχους είχε το εν λόγω κιμπούτς.

Μπροστά από την εποχή της ήταν επίσης και η προσέγγιση στους εθελοντές. Όπως τα περισσότερα μέλη των κιμπούτσιμ, το Ντεγκάνια άρχισε να ανοίγει τις πόρτες του σε εθελοντές από ολόκληρο τον κόσμο, ξεκινώντας λίγο μετά το Πόλεμο Των Έξι Ημερών το 1967.

«Από εκείνη τη χρονιά αρχίσαμε να δεχόμαστε εθελοντές από ολόκληρο τον κόσμο. Το 1982 ωστόσο σταματήσαμε, όχι επειδή ήταν κάτι κακό αλλά, αν θες να έχεις ανθρώπους που επιθυμούν να εργαστούν και να βοηθήσουν Ισραηλινούς, πιο λογικό είναι να προσλάβεις άτομα από γειτονικές πόλεις όπως η Τιβεριάδα και η Μπετ Σεάν αντί να τους φέρνεις από το ΗΒ ή την Ευρώπη. Επιλέξαμε να προσλαμβάνουμε Ισραηλινούς αντί για ξένους εργάτες. Ήταν πιο ακριβή λύση αλλά αυτή ήταν η συλλογική μας απόφαση».

Σήμερα το Ντεγκάνια απολαύει ένα είδος αναγέννησης. Με 360 μέλη συνιστά το πολυπληθέστερο που υπήρξε ποτέ. Δεν ασχολούνται πολύ με τη γεωργία αλλά καλλιεργούν και εμπορεύονται ελιές όπως επίσης και σταφύλια για κρασί.

Όσον αφορά στο μέλλον του Ντεγκάνα ο Σέφερ λέει τα εξής: «Δεν νομίζω ότι το Ντεγκάνια θα αντιμετωπίσει κάποιο διαφορετικό μέλλον από το γενικότερο κίνημα των κιμπούτσιμ. Υποθέτω ότι, όταν ολοένα και περισσότερα μέρη παύουν να είναι κιμπούτσιμ, το Ντεγκάνια θα συνεχίσει να είναι κιμπούτς, ωστόσο δεν μπορώ να κάνω κάποια ασφαλή πρόβλεψη».

ΚΟΙΝΗ απειλή για την ζωή του κιμπούτς ήταν οι εθελοντές. Για δεκαετίες άνθρωποι από ολόκληρο τον κόσμο άρχισαν να συναγελάζονται στα κιμπούτσιμ για να πάρουν μια γεύση από αυτό το είδος κοινοβιακής οργάνωσης. Σύμφωνα με την Άγια Σάγκι, διευθύντρια του Κέντρου για Προγράμματα Εθελοντών στα Κιμπούτσιμ, το πρώτο κύμα εθελοντών ξεκίνησε μετά το 1967.

«Νομίζω ότι το 1967 ήταν μια σέξι χρονολογία λόγω του Πολέμου των Έξι Ημερών. Πολλοί θέλησαν να έρθουν και να συμμετάσχουν σ΄αυτό το φαινόμενο μιας που αυτό ήταν το μόνο διαθέσιμο πρόγραμμα. Υπήρχαν και ορισμένοι που είχαν έρθει πιο πριν σε κάποιο Κιμπούτς αλλά ήσαν σπάνιες περιπτώσεις και κάπως ανεπίσημες» δηλώνει η Σάγκι.

Πολλοί Εβραίοι της Διασποράς είδαν στον Πόλεμο των Έξι Ημερών μια νίκη γεμάτη νόημα που τους τράβηξε στη γη του Ισραήλ. Μέσα σε λίγα χρόνια τα κιμπούτσιμ πλημμύρισαν με νεαρούς Εβραίους εθελοντές από ολόκληρο τον κόσμο.

Η κορύφωση αυτού του φαινομένου συνέβη μεταξύ της δεκαετίας του 1970 και των μέσων της δεκαετίας του ΄80 με περίπου 12.000 Εβραίους και μη-Εβραίους εθελοντές να εργάζονται σε κιμπούτσιμ στο Ισραήλ. Η Σάγκι αποκαλεί εκείνη την εποχή «την χρυσή εποχή» κατά τη διάρκεια της οποίας το κάθε κιμπούτς θα μπορούσε να έχει κάθε στιγμή 100 εθελοντές.

«Αυτό συνέβαινε την εποχή που τα κιμπούτς ήσαν ακόμη κοινόβια και σοσιαλιστικά. Οι εθελοντές έκαναν κάθε είδους δουλειά στα κιμπούτσιμ (πολλές γεωργικές εργασίες, εργασίες στα εργοστάσια ακόμη και σε τομείς που δεν είχαν ποτέ πιο πριν εργαστεί εθελοντές, όπως η κηπουρική ή η επιτήρηση στην περιφέρεια των κιμπούτσιμ ή τα σύνορα κ.ό.».

 

Στις αρχές της δεκαετίας του ’90 άρχισε μια απομάκρυνση των εθελοντών. Η Σάγκι λέει ότι τα αποτελέσματα της οικονομικής κρίσης άρχισαν να πλήττουν και το πρόγραμμα εθελοντών των κιμπούτσιμ. «Η κοινοβιακή ζωή διεκόπη καθώς εθελοντές και μέλη των κιμπούτσιμ έπρεπε να πληρώνουν για το φαγητό, το πλυντήριο και τις εφημερίδες τους. Η ιδιωτικοποίηση σήμαινε περισσότερες ευκαιρίες για τα μέλη προκειμένου να κερδίζουν μεγαλύτερο εισόδημα, που το διέθεταν για βελτίωση του σπιτιού τους, στα οποία προστέθηκαν και ιδιωτικές κουζίνες. Η καθολική επιθυμία για καλύτερη ποιότητα ζωής αναδείχθηκε σε ζήτημα που έπρεπε να διευθετηθεί».

Τελικά αφίχθησαν λιγότεροι εθελοντές λόγω του παγκόσμιου ανταγωνισμού με άλλα προγράμματα εθελοντών. Τα κιμπούτσιμ τώρα πια ανταγωνίζονταν σε παγκόσμια κλίμακα με εκατοντάδες εθελοντές από ολόκληρο τον κόσμο με αποτέλεσμα να μειωθεί ο μέσος όρος των ηλικιών σ’ αυτά από τα 18 έτη στα 35. Οι πόλεμοι και οι δύο ιντιφάντα είχαν επίσης  επίδραση, με αποτέλεσμα ο αριθμός των εθελοντών να παρουσιάσει ελάχιστο κατά την αλλαγή της χιλιετίας.

Η Σάγκι εξηγεί ότι τα κιμπούτσιμ περιήλθαν σε περίοδο εσωστρέφειας έπειτα από την κρίση των κιμπούτς τη δεκαετία του ’80 και την μετατόπιση προς τον περισσότερο ιδιωτικοποιημένο και λιγότερο ιδεαλιστικό τρόπο ζωής.

Και προσθέτει: «Υπήρξε μια μαζική μετατόπιση των μελών των κιμπούτσιμ, ώστε να σταματήσουν ό,τι έκαναν και να αποκαταστήσουν τη ζημία που προκάλεσε η κρίση. Αυτή ήταν και μια περίοδος όπου τα κιμπούτσιμ δεν μπορούσαν να κοιτάξουν προς τα έξω και να ανοίξουν τις πόρτες τους σε εθελοντές».

Το 2.000 αποτέλεσε το τέλος της περιόδου όταν και τα κιμπούτσιμ έπρεπε να αποπληρώσουν τα συσσωρευμένα λόγω της οικονομικής κρίσης χρέη τους. Εκείνη η χρονιά επίσης φαίνεται να σηματοδοτεί και το τέλος της παρακμής του κινήματος των κιμπούτσιμ καθώς πολλά από αυτά ξανάρχισαν να καλωσορίζουν εθελοντές. Σήμερα το Κέντρο για Προγράμματα Εθελοντών στα Κιμπούτσιμ εγκαθιστά ετησίως περί τους 700 εθελοντές από ολόκληρο τον κόσμο. Υπάρχουν αυτή τη στιγμή 330 εθελοντές σε 25 κιμπούτσιμ που συνδράμουν με ποικίλους τρόπους συμπεριλαμβανομένης και της εργασίας σε εργοστάσια, στη γεωργία, τον τομέα φιλοξενίας ακόμη και στις τραπεζαρίες. Η Σάγκι υπογραμμίζει ότι το 70% των εθελοντών είναι μη-Εβραίοι.

«Ανέκαθεν είχαμε εθελοντές από ολόκληρο τον κόσμο. Αρχικά είχαμε πολλούς από τη Δυτική Ευρώπη και τις Σκανδιναβικές χώρες, ωστόσο τώρα τα πράγματα άλλαξαν και βλέπουμε πολλούς από τη Νότια Κορέα, την Ινδία και τις χώρες της Λατινικής Αμερικής».

Αυτό βοηθά στην επίτευξη του σκοπού του προγράμματος που είναι «να φέρει τον κόσμο στο κιμπούτς και το κιμπούτς στον κόσμο» λέει η Σάγκι. «Με τη σειρά τους αυτοί οι εθελοντές επιστρέφουν στις πατρίδες τους και γίνονται πρεσβευτές μας. Βεβαίως, αυτοί οι κοσμοπολίτες παρέχουν στα κιμπούτσιμ πολύτιμη βοήθεια. Πραγματικά επωφελούμαστε από αυτούς. Και ενθαρρύνουμε επίσης ανθρώπους να δοκιμάσουν μια φορά αυτόν τον τρόπο ζωής».

ΑΝΤΛΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΜΠΝΕΥΣΗ ΤΟΥ από το πρωτοποριακό και συλλογικό πνεύμα των κιμπούτς αλλοτινών καιρών, το Κιμπούτς Κτουρά, που βρίσκεται στην Αραβά υπήρξε ένα από τα πρώτα που ίδρυσαν αγγλόφωνοι μετανάστες. Μέλη της Νεολαίας της Ιουδαίας, από ένα μετριοπαθές εβραϊκό γκρουπ υπό την αιγίδα της Χαντασά και των Ισραηλινών Ανιχνευτών (Τσοφίμ) ίδρυσαν το Κτουρά το 1974. Η τοποθεσία του βρίσκεται λίγα μόλις χιλιόμετρα βορείως του Εϊλάτ. Οι ιδρυτές του Κτουρά δεν ήθελαν να βρίσκεται πλησίον των συνόρων ή περιοχής που είχε καταληφθεί κατά τον Πόλεμο των Έξι Ημερών.

Η Σαρόν Μπενχαΐμ είναι μέλος του Κιμπούτς από το 1996. Γεννήθηκε στην Ουάσιγκτον DC, μεγάλωσε από Ισραηλινούς γονείς και η ίδια μεγάλωσε τις δύο κόρες της στο κιμπούτς. Είναι μέλος της Νεολαίας της Ιουδαίας, η οποία επηρέασε την απόφασή της να κάνει το Κτουρά σπίτι της.

«Πέρασα τη χρονιά μετά την αποφοίτησή μου από το Λύκειο στο Ετήσιο Πρόγραμμα της Νεολαίας της Ιουδαίας. Το Κτουρά ήταν το πλέον εντυπωσιακό στοιχείο του προγράμματος. Κατά τη διάρκεια της πρώτης μου χρονιάς στο Ισραήλ ερωτεύτηκα την ιδέα της ζωής σε Κιμπούτς, και ειδικότερα στο Κτουρά, με τη φοβερή του θέα στην έρημο και το μαγικό της αέρα, με την κοινή ζωή με άλλους ανθρώπους που συνεργάζονται μεταξύ τους και αλληλοστηρίζονται από τον μοναδικό τρόπο ζωής τους» εξηγεί η Μπενχαΐμ.

Παρόλο που ίδρυσαν το κιμπούτς αγγλόφωνοι μετανάστες, σήμερα μόνο το 40% των μελών του ανήκει στην κατηγορία των «αγγλοφώνων». Επίσης όλα τα μέλη του Κιμπούτς επικοινωνούν επισήμως στα Εβραϊκά.

«Όλες οι συναντήσεις μας και οτιδήποτε γράφεται στα βιβλία μας είναι στα Εβραϊκά».

Παρόλο που το κιμπούτς είναι σχετικά νέο, τα μέλη του υπερηφανεύονται για «την παλαιομοδίτικη προσέγγισή του» μας λέει. «Είμαστε όπως στο Old Williamsburg. Το μεγάλο αστείο με το Κιμπούτς είναι ότι είμαστε τόσο πολύ οπαδοί της παλιάς σχολής, ώστε, όταν οι επισκέπτες στο μέλλον θα μας βλέπουν με τα ψεύτικα καπέλα [εικονική αναπαράσταση Ισραηλινού όπως ήταν τα μέλη του Κιμπούτς πριν από δεκαετίες] να τραγουδάμε τραγούδια της δουλειάς».

Παρόλο που είναι προσκολλημένη στα κλασικά ιδανικά του κιμπούτς, η Μπενχαΐμ δεν διστάζει να αναφερθεί και στα θρησκευτικά στοιχεία αυτού του Κιμπούτς. «Όλες οι δραστηριότητές μας εδώ είναι σομέρ Σαμπάτ και σομέρ κασρούτ (συμμορφώνονται με την τήρηση της αργίας του Σαββάτου και τους νόμους της καθαρότητας της τροφής). Αυτές συνιστούν βασικές αρχές του κιμπούτς παρόλο που είναι και ένα πλουραλιστικό εβραϊκό κιμπούτς».

Αυτό δεν σημαίνει ότι τα άτομα δεν μπορούν να ζουν εκτός των κανόνων» προσθέτει.

«Στους κοινούς χώρους τηρούμε τους θρησκευτικούς περιορισμούς και είναι εντελώς σαφές ότι η τραπεζαρία είναι κασέρ αλλά είναι εξίσου σαφές ότι μπορείς, αν θες, να φτιάξεις ένα τσίμπεργκερ στο σπίτι σου. Πάντοτε έχουμε «δείπνο του Σαββάτου» στην τραπεζαρία. Είναι η μόνο περίπτωση όπου έχουμε καθορισμένα καθήκοντα. Κάνουμε κιντούς -και ναι, μπορούν και γυναίκες να κάνουν κιντούς- και είμαστε όλοι μας ίσοι εκεί».

Αυτή μας η προσέγγιση έφερε εκατοντάδες επισκέπτες στο κιμπούτς με κάθε τρόπο ζωής.

«Υποδεχόμαστε κάθε είδους ομάδα ή επισκέπτες -καλόγριες από την Ιταλία λ.χ.- καθώς και πολλούς τουρίστες από ολόκληρο τον κόσμο που περνάνε μια μέρα μαζί μας ή μένουν για ύπνο και πρωϊνό. Φιλοξενούμε εδώ πολλούς από Εβραϊκά προγράμματα και ομάδες περιηγητών: ομάδες Ραμά, USY [μία νεολαΐστικη ομάδα Βορειοαμερικανών Συντηρητικών]. Σχεδόν όλοι τους περνάνε εδώ ένα σαββατοκύριακο».

Επίσης το Κτουρά είναι το σπίτι του Ινστιτούτου Περιβαλλοντικών Μελετών Αραβά, ενός προγράμματος περιβαλλοντικών σπουδών καθώς και ενός ερευνητικού προγράμματος, σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Μπεν Γκουριόν της Νέγκεβ. Το Ινστιτούτο είναι γνωστό γιατί διαθέτει Ιορδανούς, Παλαιστίνιους και ισραηλινούς φοιτητές από πολλές χώρες. Ιδρύθηκε το 1996 από τον Αλόν Ταλ και σήμερα διαθέτει τη μεγαλύτερη ομάδα του: 58 φοιτητές από ολόκληρο τον κόσμο. Η Μπενχαΐμ λέει ότι το Κιμπούτς λαμβάνει καθημερινά αιτήματα από ανθρώπους που θα ήθελαν να γίνουν μέλη της κοινότητάς του.

«Λαμβάνουμε παρόμοια αιτήματα συνεχώς, επί καθημερινής βάσεως. Περίπου το 30% από τους αιτούντες δεν ξέρουν τι θέλουν. Νομίζουν ότι μπορούν να βρουν φτηνά σπίτια στο Νότο χωρίς να γίνουν μέλη του Κιμπούτς και ό,τι συνεπάγεται αυτό. Ένα άλλο ποσοστό 30% είναι πάνω από 65 ετών. Και δεν είναι ότι έχουμε κάτι με αυτήν την ηλικιακή ομάδα· είναι απλά ότι τώρα έχουμε πολλούς αυτής της ηλικίας εδώ και θα μπορούσαμε να επωφεληθούμε από μια πιο ποικιλόμορφη κοινότητα. 

Και προσθέτει η Μπενχαΐμ: «Ωστόσο καταφέρνουμε να φέρνουμε μία ή δύο οικογένειες κάθε χρόνο. Θέλουμε να τις αυξήσουμε αλλά χρειάζεται χρόνος και γι’ αυτό πάμε με ήπιους ρυθμούς».

Σήμερα το Κτουρά μπορεί να περηφανεύεται για τα πολλά του μέλη -στην πραγματικότητα το μεγαλύτερο αριθμό στην ιστορία του- αφού διαθέτει 167 μέλη και περίπου 500 άτομα που ζουν στο κιμπούτς (παιδιά και «ενοικιαστές» δεν προσμετρούνται στα μέλη).

Τα σχεδόν 260 Κιμπούτσιμ στο Ισραήλ που ιδρύθηκαν με ριζοσπαστικά ιδανικά, έχουν διανύσει ήδη μεγάλο ταξίδι και έχουν κλυδωνιστεί από οικονομικές υφέσεις. Όμως αποδείχτηκαν ισχυροί θεσμοί που εξισορρόπησαν τον κολεκτιβισμό και τον καπιταλισμό όπως επίσης τη οικογένεια με την κοινότητα.

   http://www.jpost.com/Magazine/A-uniquely-Israeli-institution-543296/