Haaretz Τρίτη 17.4.2018
Allisonn Kaplan Sommer

Γενικά υπάρχουν τρεις τρόποι με τους οποίους οι γυναίκες έχουν εισέλθει στα βιβλία ιστορίας του Ισραήλ: ως καλλιτέχνες, μάρτυρες ή θλιμμένες μητέρες. Οι φεμινιστές ιστορικοί εργάζονται για τα κρυμμένα πρόσωπα του κράτους, προκειμένου να λάβουν την αναγνώριση που τους αξίζει.

Από τις πρώτες ημέρες του κράτους, οι εικόνες των γυναικών έπαιξαν κεντρικό ρόλο στον Ισραηλινό μύθο: από τα καλοφτιαγμένα κορίτσια με σορτς που οργώνουν τα χωριάφια των κιμπούτζ και τις άφοβες γυναίκες στρατιώτες που κρατούν όπλα, στην εικονική (παραδειγματική) τέταρτη Πρωθυπουργό του έθνους Golda Meir, πραγματοποιώντας υψηλού επιπέδου κυβερνητικές συναντήσεις.

Αλλά από την αρχή, το χάσμα μεταξύ της ψευδαίσθησης που εμπεριέχουν τέτοιες εικόνες Ισραηλινών γυναικών με εξουσία και ίσα δικαιώματα και η πολύ λιγότερο ελκυστική πραγματικότητα ήταν πάντα ευρύ και βαθύ.

Οι αφηγήσεις που κυριαρχούν στην ιστορία του Ισραήλ και τους ήρωές του – ισχυρές στρατιωτικές και πολιτικές προσωπικότητες – είναι όλες αρσενικές. Με την αξιοσημείωτη εξαίρεση της μόνης γυναίκας Πρωθυπουργού του Ισραήλ, οι συνεισφορές πολλών γυναικών που συμμετείχαν στην ανάπτυξη του κράτους και των θεσμικών οργάνων του είναι από καιρό θαμμένες στα αρχεία ή υποβιβάζονται στις οικογενειακές λαϊκές παραδόσεις. 

Μόνο τα τελευταία χρόνια, πρωτοποριακοί Ισραηλινοί φεμινιστές μελετητές έχουν καταβάλει ενεργή προσπάθεια για τη διάσωση τόσο των ατομικών γυναικείων ιστοριών όσο και της συλλογικής γυναικείας εμπειρίας από την αφάνεια και γυναίκες έχουν αρχίσει να εμφανίζονται σε άρθρα και βιβλία.

To «Αυξανόμενη αξία: Η επιστροφή των γυναικών στην ιστορία» είναι ένα πρωτοποριακό πρόγραμμα που ξεκίνησε το 2011 από τη Δρ. Sharon Geva, το οποίο στοχεύει στο να πάει την ύπαρξή τους ένα στάδιο παραπέρα. Τα τελευταία επτά χρόνια, ως καθηγήτρια στο Kibbutzim College of Education και στο Πανεπιστήμιο του Τελ Αβίβ, η Geva αναθέτει στους φοιτητές μία τελική εργασία, στην οποία πρέπει να διερευνήσουν διεξοδικά και να παρουσιάσουν μία σημαντική Ισραηλινή γυναίκα, χρησιμοποιώντας πρωταρχικές πηγές σε τοπικά και εθνικά αρχεία, συνεντεύξεις, καθώς και τις προηγούμενες δημοσιευμένες εργασίες.

Στη συνέχεια, βάζει τα προφίλ στο διαδίκτυο (στα Εβραϊκά), με στόχο, λέει, να «προωθήσει το καθεστώς των γυναικών που έκαναν ιστορία, αλλά εξακολουθούν να υπάρχουν στο περιθώριό της».

Η Geva ξεκίνησε παρουσιάζοντας τους φοιτητές τη Διακήρυξη Ανεξαρτησίας του Ισραήλ από το 1948. Μόνο δύο από τους 37 υπογράφοντες ήταν γυναίκες, μόνο μία από αυτές ήταν ευρέως γνωστή: η Golda Meir. Η άλλη γυναίκα ήταν η Rachel Cohen – Kagan, πολιτικός της οποίας ο ευρύς κοινωνικός ακτιβισμός δεν είχε καταγραφεί από την ιστορία – παρά το γεγονός ότι υπήρξε εγγυήτρια της πρώτης νομοθεσίας για την προώθηση ίσων δικαιωμάτων για τις γυναίκες στο Ισραήλ. Οι προσπάθειές της έχουν πλέον τεκμηριωθεί δεόντως σε απευθείας σύνδεση, χάρη στο έργο της Geva. 

Και η Geva δεν είναι μόνη. Ενώ η εστίαση του Rackman Center του Πανεπιστημίου Bar-Ilan για την προώθηση της κατάστασης των γυναικών είναι η έρευνα για την καταπολέμηση των διακρίσεων και ο ακτιβισμός, η διευθύντρια του κέντρου, καθηγήτρια Ruth Halperin – Kaddari, λέει ότι αναγνωρίζοντας την ανείπωτη ιστορία του αγώνα των Ισραηλινών γυναικών για ισότητα, είναι επίσης μέρος της αποστολής του.


Η Golda Meir φθάνει στο αεροδρόμιο La Guardia Field της Νέας Υόρκης, το Μάιο του 1948. Ήταν η μία από τις δύο μόνο γυναίκες υπογράφουσες της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας. Η άλλη ήταν η λιγότερη γνωστή Rachel Cohen-Kagan. Associated Press. 

Η Halperin-Kaddari σημειώνει ότι το 2018 σηματοδοτεί την εκατονταετηρίδα της πρώτης φεμινιστικής οργάνωσης στο Ισραήλ, της Ένωσης Εβραίων Γυναικών για Ίσα Δικαιώματα στη Γη του Ισραήλ – ένα ορόσημο που θα εκπλήξει πολλές γυναίκες. «Πόσες Ισραηλινές γυναίκες γνωρίζουν ότι ο αγώνας τους για ισότητα χρονολογείται από παλιά;» ρωτάει.

Πριν από εκατό χρόνια, η νεοσύστατη Ένωση Εβραίων Γυναικών άρχισε να συμμετέχει στη μάχη για το δικαίωμα ψήφου γυναικών στις Εβραϊκές εγκαταστάσεις της Παλαιστίνης υπό Βρετανική εντολή. Η μάχη για το δικαίωμα ψήφου έγινε ένα επταετές έπος, ένας αγώνας από το 1919 έως το 1926. Η ομάδα ανέλαβε επίσης θέματα, όπως η αντίθεση στο γάμο των παιδιών και η μάχη για το δικαίωμα των γυναικών στην ιθαγένεια κατά τη στιγμή της μετανάστευσής τους στη χώρα, όπως και το δικαίωμα να αποκτήσουν – χωρίς την άδεια των συζύγων τους – πιστοποιητικά για τις οικογένειές τους στο εξωτερικό βάσει του δικού τους εισοδήματος.

Μέσα σε αυτή την αφήγηση υπάρχουν ξεχωριστές ιστορίες ξεχασμένες από καιρό, όπως εκείνη που η Halperin-Kaddari κατέγραψε σε ένα άρθρο, περιγράφοντας τον ελάχιστα γνωστό αγώνα μίας γυναίκας, να της επιτραπεί να ασκήσει τη δικηγορία στην υπό εντολή Παλαιστίνη.

Η Rosa Ginossar μετανάστευσε στο Τελ Αβίβ το 1922, αφού έλαβε το πτυχίο νομικής από το Πανεπιστήμιο του Παρισιού. Ωστόσο, αποκλείστηκε από τις εξετάσεις για αλλοδαπούς δικηγόρους για το δικηγορικό σώμα, λόγω του φύλου της. Ο οκταετής αγώνας της την οδήγησε στο Ανώτατο Δικαστήριο των Βρετανικών αρχών, το οποίο τελικά αποφάσισε το 1930 ότι οι γυναίκες θα μπορούν να ασκήσουν τη δικηγορία στην υπό εντολή Παλαιστίνη.

Ο ρόλος της γυναίκας
Οι δραματικές μάχες για τα δικαιώματα των γυναικών στράφηκαν με θρυλικό τρόπο ακόμα και στην ισότιμη κοινωνία των Κιμπούτζ, όπου είτε το επιθυμούσαν είτε όχι, πολλές γυναίκες είχαν υποβιβαστεί σε παραδοσιακές γυναικείες υπηρετικές θέσεις. Για παράδειγμα, ήταν υπεύθυνες για τη φροντίδα των παιδιών, το μαγείρεμα και το πλύσιμο και κρατήθηκαν εκτός γεωργικών ή διευθυντικών θέσεων.

Παρ’ όλο που δεν υπήρχε κανένα χάσμα στις αμοιβές μεταξύ των φύλων στα Κιμπούτζ, το γεγονός ότι οι γυναίκες δεν απασχολούνταν σε ρόλους που δημιουργούσαν το εισόδημα της συλλογικότητας, επηρέαζε την κατάστασή τους. 

Οι γυναίκες των Κιμπούτζ επίσης, επιτυχώς κέρδισαν το δικαίωμα να φέρουν όπλα και να ασκούν καθήκοντα φύλαξης κατά τη διάρκεια των Αραβικών εξεγέρσεων τη δεκαετία του 1930 – μία κίνηση που έθεσε τα θεμέλια για τη συμμετοχή των γυναικών στις προκρατικές Εβραϊκές πολιτοφυλακές και τελικά, στις Ισραηλινές Αμυντικές Δυνάμεις.

Τις γυναίκες που ηγήθηκαν τέτοιων και άλλων προσπαθειών, ως επί το πλείστον δεν τις θυμήθηκε η ιστορία. Εκείνων των οποίων τα ονόματα μνημονεύονται συχνά, έχουν οικογενειακή σύνδεση με κάποιον διάσημο άνδρα.

«Η κοινωνία είναι άνετη με τις γυναίκες ως μητέρες και συζύγους στρατιωτών και ηγετών», εξηγεί η Geva. «Μνημονεύονται επειδή είναι μητέρες και γυναίκες και κορίτσια και κόρες, πολύ λιγότερο για τον εαυτό τους ή για τα επιτεύγματά τους», προσθέτει.

Οι μητέρες των πεσόντων Ισραηλινών στρατιωτών συχνά ανέρχονται στο βάθρο. Πράγματι, πολλές Ισραηλινές φεμινίστριες πρόσφατα αισθάνθηκαν λίγο απογοητευμένες,  όταν ανακοινώθηκε ότι μία από τις δύο γυναίκες, στις οποίες θα απονεμηθεί το Βραβείο του Ισραήλ για το 2018, ήταν η Miriam Peretz – μητέρα δύο γιων που σκοτώθηκαν στην μάχη. Τον Μάρτιο, o Yπουργός Παιδείας Naftali Bennett, αποκάλεσε την Peretz «τη μητέρα όλων μας», όταν της ανακοίνωσε το βραβείο για την επίτευξη της ζωής της, που της απονεμήθηκε για την αποστολή της μετά το πένθος της, να εκπαιδεύσει και να διδάξει για την Σιωνιστική και Εβραϊκή κληρονομιά και να βοηθήσει άλλες τεθλιμμένες οικογένειες. 

Η Geva σημειώνει, ότι η Peretz είχε ιστορικό προηγούμενο: την Rinka Guber που απαθανατίζεται ως όνομα δρόμου σε διάφορες πόλεις, μεταξύ των οποίων η Ra’anana και η Kfar Sava. Η Guber διαδραμάτισε έναν σχεδόν πανομοιότυπο ρόλο στις πρώτες μέρες του κράτους, κερδίζοντας το ψευδώνυμο «Η μητέρα των γιων», αφού έχασε τα δύο αγόρια της στον πόλεμο της Ανεξαρτησίας το 1948. Κέρδισε το Βραβείο του Ισραήλ το 1967, τιμώμενη για τις δραστηριότητές της στον τομέα της εκπαίδευσης και του εθελοντισμού.

Ενώ και η Guber και η Peretz ήταν αξιοθαύμαστες γυναίκες που έκαναν εντυπωσιακές συνεισφορές στην Ισραηλινή κοινωνία, το γεγονός ότι τις λατρεύουν και τις θυμούνται περισσότερο από γυναίκες με ίσα ή μεγαλύτερα επιτεύγματα ήταν πρωτίστως ένα αποτέλεσμα των ιδιωτικών θυσιών τους και όχι των δημόσιων ρόλων τους.

Άλλες δύο αξιοσημείωτες διαδρομές σε εικονικό (παραδειγματικό) επίπεδο έχουν υπάρξει ιστορικά για τις Iσραηλινές γυναίκες: το ένα είναι εξαιρετικό καλλιτεχνικό επίτευγμα, ιδιαίτερα ποιητές, όπως η Lea Goldberg και η Rachel Bluwstein (περισσότερο γνωστή ως Rachel η Ποιήτρια), στιχουργοί, όπως η Naomi Shemer και η Ofra Xaza και και ηθοποιοί, όπως η Orna Porat και η Gila Almagor. 

Η άλλη διαδρομή είναι το μαρτύριο. Οι Ισραηλινοί διδάσκονται από τη Sarah Aaronsohn, μέλος της μυστικής Eβραϊκής κατασκοπευτικής συμμορίας, Nili, κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Αιχμαλωτίστηκε και βασανίστηκε από τους Οθωμανούς Τούρκους και αυτοκτόνησε με πιστόλι σε ηλικία 27 ετών για να αποφύγει την αποκάλυψη πληροφοριών. Η άλλη διάσημη θηλυκή μάρτυρας είναι η Hannah Szenes (aka Senesh), η οποία έπεσε με αλεξίπτωτο στην κατεχόμενη από τους Ναζί Ευρώπη το 1944 για να βοηθήσει στην οργάνωση αντίστασης. Αυτή επίσης, αιχμαλωτίστηκε, βασανίστηκε και αρνήθηκε να αποκαλύψει πληροφορίες, τελικά εκτελέσθηκε από εκτελεστικό απόσπασμα. 

Δεν υπήρξε από την εποχή της Golda Meir στις αρχές της δεκαετίας του ’70, μία Ισραηλινή γυναίκα να έχει φτιάξει το δρόμο της μέσα στη λέσχη των ελίτ, που καθορίζουν τη μοίρα του έθνους και μία αδιαμφισβήτητη θέση στον κανόνα των ηγετών της. Η Tzipi Livni είναι η μόνη γυναίκα που έφτασε κοντά στα χρόνια μετά τη Golda, κρατώντας οκτώ θέσεις υπουργικού συμβουλίου και με παρουσία στον κατάλογο των 100 πιο ισχυρών γυναικών του περιοδικού Forbes τρεις φορές στη σειρά μεταξύ 2006 και 2008.

Ο στρατιωτικός τρόπος
Η Hanna Beit Halachmi, στρατηγική σύμβουλος και φεμινίστρια ακτιβίστρια, σημειώνει ότι ένα σημαντικό εμπόδιο για τις φιλόδοξες Ισραηλινές γυναίκες είναι ότι οι περισσότεροι δρόμοι προς την ηγεσία περνούν από τον Iσραηλινό στρατό. Και μέχρι πολύ πρόσφατα, λέει, η ανικανότητα των γυναικών να αποκτήσουν μαχητική εμπειρία ενήργησε ως εμπόδιο στην πρόοδο σε αυτό το στάδιο.

Με την εισαγωγή γυναικών στρατιωτών στη μάχη το 2000, η κατάσταση μπορεί να αλλάζει, με ένα μονοπάτι έτοιμο για γυναίκες να αποκτήσουν το είδος της στρατιωτικής εμπειρίας που θεωρείται απαραίτητη για να υπηρετήσουν στην πολιτική αίθουσα εξουσίας.

«Στο Ισραήλ, για να γίνεις ισχυρός επιχειρηματίας – οικονομικά και κοινωνικά – ο στρατός είναι στο επίκεντρο», λέει η Beit Halachmi. «Και μόνο τώρα μπορούμε να προβλέψουμε μία μέρα, κατά την οποία θα υπάρχουν γυναίκες υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι ή ακόμη και δυνητικά μία γυναίκα επικεφαλής προσωπικού.

«Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο μερικοί από τους ραβίνους βγαίνουν τόσο έντονα εναντίον των γυναικών στο στρατό - αλλάζει τους κανόνες του παιχνιδιού», προσθέτει, αναφερόμενη σε πρόσφατα σχόλια αρκετών ειλικρινών πνευματικών ηγετών που υπηρετούν σε προ-στρατιωτικές ακαδημίες. Έχουν συμβουλέψει ακόμη παρατηρητικούς άνδρες να μην υπηρετούν σε μικτές μονάδες με γυναίκες.

Σε σύγκριση με την Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες, η πρόοδος προς μία μεγαλύτερη γυναικεία παρουσία στην πολιτική σκηνή ήταν ασυνήθιστα αργή. Αλλά η παλίρροια γυρίζει. Σήμερα, για πρώτη φορά, πάνω από το ένα τέταρτο των Ισραηλινών νομοθετών είναι γυναίκες. Και αυτό παρά το γεγονός ότι τα υπερ-Ορθόδοξα πολιτικά κόμματα αρνούνται να επιτρέψουν στις γυναίκες να υπηρετούν στις τάξεις τους.

H Halperin-Kaddari – η ίδια μία Εβραιο – Ορθόδοξη γυναίκα – η Geva και η Beit Halachmi, όλες πιστεύουν ότι η κυρίαρχη επιρροή της υπερ-Ορθόδοξης πολιτικής ηγεσίας και η δύναμη που κατέχει μέσω της Αρχιραβινίας, αποτελεί το μεγαλύτερο εμπόδιο για την ικανότητα των Ισραηλινών γυναικών να επιτύχουν πραγματική ισότητα και ορατότητα σε όλα τα επίπεδα – συμπεριλαμβανομένου του υψηλότερου.

Όταν το κάνουν, ίσως οι γυναίκες καταλάβουν τελικά μία θέση στο κέντρο – όχι στο περιθώριο – της εθνικής αφήγησης. Η ιστορία, τελικά, γράφτηκε από τους νικητές. 

https://www.haaretz.com/israel-news/.premium.MAGAZINE-after-70-years-forgotten-stories-of-women-who-built-israel-resurface-1.5988335