BESA Center Perspectives Paper No. 1,596
Πέμπτη 4/6/2020
Του Dr Hanan Shai* 

Μετάφραση: Αλβέρτος Μανουάχ Jr.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΩΝ ΚΥΡΙΟΤΕΡΩΝ ΣΗΜΕΙΩΝ: Η κατάκτηση του νότιου Λιβάνου στην επιχείρηση Ειρήνη για τη Γαλιλαία, και η μακρά παραμονή του Ισραήλ στην περιοχή, είχαν πολιτική και στρατιωτική δικαιολογία. Όμως, σφάλματα στη ανάπτυξη των Αμυντικών Δυνάμεων του Ισραήλ κατά τη διάρκεια της επιχείρησης, και αργότερα στην παρατεταμένη δραστηριότητα ασφαλείας τους, κορυφώθηκαν στην βεβιασμένη απόσυρσή τους τον Μάιο του 2000, που συνεχίζει μέχρι και σήμερα να επηρεάζει αρνητικά την εθνική ασφάλεια του Ισραήλ.

Η επιχείρηση του Ισραήλ ‘’Ειρήνη για τη Γαλιλαία’’ το1982 είχε δύο πολιτικούς στόχους. Ο πρώτος, ο οποίος ήταν ρεαλιστικός και εφικτός, ήταν η αποκατάσταση της ομαλότητας στις βόρειες πόλεις και χωριά του Ισραήλ, μετά από συνεχείς επιθέσεις πυραύλων που διατάραξαν τη ζωή εκεί για πολλά χρόνια. Ο δεύτερος, που δεν ήταν ρεαλιστικός, ήταν η δίωξη των Συριακών και Παλαιστίνιων ενόπλων δυνάμεων από το Λίβανο και η εξασφάλιση ειρηνευτικής συνθήκης με μια δεύτερη Αραβική χώρα – ένα στόχο που απαιτούσε πλήρη Χριστιανικό έλεγχο πάνω στο Λίβανο.

Σύμφωνα με αυτούς τους στόχους, οι Ισραηλινές Αμυντικές Δυνάμεις διατάχθηκαν να κατακτήσουν το νότιο Λίβανο μέχρι την οδό που συνδέει Βηρυτό-Δαμασκό (περίπου 40 χιλιόμετρα από τα σύνορα) για να απαλλάξουν την περιοχή από τρομοκράτες και οπλισμό και να αποκόψουν τη Συρία από το Λίβανο.

Με σκοπό να φτάσουν εκεί πριν καταληφθεί από μια Συριακή μεραρχία που βρισκόταν κοντά προτάθηκε  μία έξυπνη και  λαμπρή: μία Ισραηλινή τεθωρακισμένη μεραρχία να χρησιμοποιήσει το όρος Jabal Barouk, το οποίο θεωρείτο απροσπέλαστο από θωρακισμένα και συνεπώς όχι καλά προστατευμένο, για να εισχωρήσουν γρήγορα βαθιά μέσα στο Λίβανο. Η αποστολή της ήταν να φτάσει την εθνική οδό Βηρυτού-Δαμασκού εντός 48 ωρών  από την αρχή της επιχείρησης, να αποκόψει τη Συρία από το Λίβανο, και να και να κατατροπώσει τους τρομοκράτες στη νότια πλευρά της χώρας αποκτώντας πρόσβαση στο πίσω μέρος των αμυντικών τους εγκαταστάσεων .

Παρ’ όλη την έξυπνη  ιδέα και το γεγονός ότι η επιχείρηση είχε συλληφθεί και σχεδιαστεί χρόνια πριν, η απόδοση των Ισραηλινών Αμυντικών Δυνάμεων στην κατάκτηση του νότιου Λιβάνου ήταν μάλλον κακή. Οι δυνάμεις τους έφτασαν στον στόχο τους τρεις εβδομάδες αργότερα, και ακόμη και αυτό απαιτούσε αργά βήματα προόδου, που συνεχίστηκαν για περισσότερες από δύο εβδομάδες αφότου η εκεχειρία τέθηκε σε ισχύ. Μία έρευνα που διεξήχθη αργότερα από τις Ι.Α.Δ. (η έκθεση Wald) έδειξε  ότι οι πολλές αποτυχίες στην απόδοση των Ι.Α.Δ. επαναλάμβαναν αποτυχίες που είχαν εμφανιστεί εννέα χρόνια νωρίτερα στον πόλεμο του Yom Kippur, και οι οποίες δεν είχαν διορθωθεί παρά την υπόσχεση του στρατού να το κάνει.

Επιπλέον, σαν σε rewind ταινίας στην ετοιμασία για τη διαμονή τους στο νότιο Λίβανο μετά το τέλος της επιχείρησης ‘’Ειρήνη για τη Γαλιλαία’’, οι Ι.Α.Δ. επανέλαβαν τα ίδια λάθη που έκαναν στην ανάπτυξη τους στη διώρυγα του Σουέζ ένα έτος πριν τον πόλεμο του Yom Kippur.

Όπως και στο Sinai μετά τον Ιούνιο του 1967, ο νότιος Λίβανος μετά την επιχείρηση Ειρήνη για τη Γαλιλαία ήταν η ιδανική περιοχή για μια «ζώνης προστασίας» - δηλαδή  μια δευτερεύουσα προσπάθεια να δημιουργηθεί μια αμυντική ευθυγράμμιση που θα αναγνωρίζει μια επιθετική δύναμη και θα προειδοποιεί για τις κινήσεις της το συντομότερο δυνατόν, επιτρέποντας έτσι μια εκ των προτέρων ανάπτυξη για να σταματήσει τους επιτιθέμενους όταν θα φτάσουν στην περιοχή. Στο νότιο Λίβανο αυτό περιλάμβανε την έγκαιρη αναγνώριση τρομοκρατών που κινούνται προς τα σύνορα του Ισραήλ και τη προειδοποίηση για την προέλαση τους στην προαναφερθείσα  ‘’ζώνης ασφαλείας’’ στα σύνορα ώστε να τους επιτρέψουν να εντοπίσουν τους τρομοκράτες όσο βρίσκονται ακόμα στην Λιβανική πλευρά του φράκτη ασφαλείας των συνόρων.

Για να εκπληρώσει το στόχο της να ‘’αναγνωρίσει χωρίς να την αναγνωρίσουν’’ , μία προσπάθεια προστασίας πρέπει να είναι απλή, κινητή και χωρίς να αφήνει ίχνη. Στη Λιβανική περίπτωση, θα έπρεπε να είχε βασιστεί (όπως κάνουν μέσα στην Παλαιστινιακή Αρχή) σε μονάδες  mista’arvim (Ισραηλινοί στρατιώτες μεταμφιεσμένοι σαν Άραβες) που ήταν προσαρμοσμένοι στον τομέα. Πάντως, όπως συνέβη κατά μήκος της αμυντικής γραμμής στο Bar-Lev Line στο Sinai, η μετωπική προσπάθεια συγκράτησης στο Λίβανο περιλάμβανε μια ευρεία και εξέχουσα στρατιωτική ύπαρξη των οχυρών και των μετωπικών εγκαταστάσεων εφοδιασμού, μαζί με μια τακτική ρουτίνα επιχειρησιακής και διοικητικής κίνησης ανάμεσα στις θέσεις εντός του Λιβάνου και ανάμεσα στο Λίβανο και το Ισραήλ που ήταν πολύ ευάλωτη σε επιθέσεις ανταρτών.

Η ορατή υπογραφή των Ισραηλινών Αμυντικών Δυνάμεων έγινε όλο και πιο εμφανής όσο περισσότερο οι Ι.Α.Δ., σε απάντηση στην αύξηση των θυμάτων , ενδυνάμωσαν την προστασία τους αντί να εκπαιδεύσουν τις δυνάμεις τους ως mista’arvim στον πόλεμο κατά της εξέγερσης και τη μείωσή τους στο ελάχιστο που απαιτείται για τη συγκέντρωση πληροφοριών για τρομοκράτες που κατευθύνονται προς το Ισραήλ.

Σε έναν καθοριστικό πόλεμο με στόχο την ταχεία νίκη, είναι αδύνατο να αποφευχθεί η θυσία της ζωής στρατιωτών – όσο και αν αυτό είναι επιθυμητό – για να σωθούν πολλές παραπάνω ζωές, και στρατιωτών και αμάχων. Όμως, σε έναν πόλεμο φθοράς αυτό παίρνει τη μορφή μιας συνεχούς, διαβρωτικής διαδικασίας που δεν οδηγεί στη νίκη, ο νικητής δεν είναι απαραίτητα η πλευρά που προκαλεί περισσότερες απώλειες στον αντίπαλό της αλλά αυτή που περιορίζει τις απώλειές της όσο γίνεται περισσότερο.  Οι Ι.Α.Δ. αγνόησαν αυτό τον κανόνα στο Λίβανο όπως τον αγνόησαν μετά τον Πόλεμο των Έξι Ημερών στην αποτυχημένη τους ανάπτυξη στο Sinai. Αυτή η ανάπτυξη οδήγησε στον παρατεταμένο, δύσκολο, αναποτελεσματικό  και άρα περιττό Πόλεμο της Φθοράς (1969-70), όπως τον χαρακτήρισε ο Υπουργός Άμυνας Moshe Dayan.

Το αμυντικό καθεστός απέρριψε την κριτική για τη συμπεριφορά των Ι.Α.Δ. στο Λίβανο, με τον ισχυρισμό ότι το ρίσκο ανθρώπινων ζωών ήταν αναγκαίο για να προστατευτεί ο άμαχος πληθυσμός της Γαλιλαίας. Αυτός ο ισχυρισμός απορρίφθηκε με τη σειρά του από τις Τέσσερις Μητέρες – συνηθισμένες γυναίκες οι οποίες, με τη μαζική δημόσια πίεση που προκάλεσαν, επέφεραν την επαίσχυντη απόσυρση των Ι.Α.Δ. από το νότιο Λίβανο το Μάιο του 2000, και το άνοιγμα ενός νέου, ανιαρού κεφαλαίου στην ιστορία της εθνικής ασφάλειας του Ισραήλ.

Μετά την απόσυρση, η φθορά των στρατιωτών των Ι.Α.Δ. στο Λίβανο – η οποία, όπως σημειώθηκε, θα μπορούσε να ήταν αρκετά μειωμένη με μία σωστή, επαγγελματική ανάπτυξη – ήταν ο βασικός παράγοντας που επηρέασε τη δημιουργία των μαχητικών δογμάτων και της Hezbollah (και αργότερα της Hamas) και των Ι.Α.Δ.

Η Hezbollah εκμεταλλεύτηκε τα ορεινά εδάφη του Λιβάνου για να αναχαιτίσει την κίνηση των δυνάμεων εδάφους κατά μήκος των λίγων υπαρκτών αρτηριών κυκλοφορίας με στάσιμο τρομοκρατικό στρατό που λειτουργεί μέσα σε ένα πυκνό δίκτυο οχυρωμένης και καλά προστατευμένης σήραγγες εξοπλισμένες με αντιαρματικά όπλα και πυραύλους/ρουκέτες για πυρά κατά του Ισραήλ. Αυτές οι άμυνες χτίστηκαν σε πυκνοκατοικημένες περιοχές από άμαχους πολίτες τους οποίους η Hezbollah χρησιμοποίησε σαν ανθρώπινες ασπίδες.

Η Hezbollah (και αργότερα η Hamas) θα μπορούσε να θέση το Ισραήλ προ μίας τριπλής στρταιωτικ0-πολίτικής απειλής:  εκτοξευόμενες από τα υπόγεια τούνελ που θα προκαλούσαν ζημιές στα μετόπισθεν, σοβαρά πλήγματα στα επίγεια τμήματα των ΙΑΔ που θα αναγκάζονταν έτσι να διεξάγουν πολυδάπανες μετωπικές μάχες με σκοπό να πλήξουν τις οχυρωμένες άμυνες από τις οποίες εκτοξεύονται τα πυρά προς τα μετόπισθεν, και ζημιά στην διεθνή εικόνα του Ισραήλ και την νομιμότητα του αγώνα του σε περίπτωση που έπληττε τις «ανθρώπινες ασπίδες». Η Hezbollah λοιπόν έθεσε το Ισραήλ ενώπιον τριών τρομακτικών ενναλακτικών: μεγάλες απώλειες σε στρατιώτες ώστε να σωθούν ζωές αμάχων, απώλειες ζωών αμάχων ώστε να σωθούν ζωές στρατιωτών ή την αποφυγή και των δύο ως άνω καταστρέφοντας ρουκέτες και τούνελ εκ του μακρόθεν -κάτι που θα επέφερε μεγάλες παράπλευρες απώλειες και ζημιές στη διεθνή του εικόνα.    

Η υψηλή ευαισθησία της Εβραϊκής κοινωνίας απέναντι στις απώλειες οδήγησε τις Ι.Α.Δ. να αντικαταστήσουν το παραδοσιακό τους δόγμα της ταχείας νίκης, που συνεπαγόταν να νικήσουν τον εχθρό καταστρέφοντας τις μαχητικές του δυνατότητες, με ένα νέο δόγμα που επιδιώκει να αναγκάσει τον εχθρό να παραδοθεί γρήγορα μέσω της πρόκλησης ψυχολογικού σοκ και δέους που προκαλούνται από ακριβή και θανάσιμα τεχνολογικά επιτεύγματα

Αυτό το δόγμα φαίνεται να έχει βασιστεί σε μία αρκετά γνωστή ιδέα του Michel Foucault: ότι η δύναμη και η γνώση είναι άρρηκτα συνδεδεμένες. Έτσι η υπεροχή των Ι.Α.Δ. μεταφράστηκε σε μια τεράστια συλλογή πληροφοριών και την κατασκευή μιας πλούσιας ‘’τράπεζας’’ από ‘’ποιοτικούς στόχους’’. Καταστρέφοντας σταδιακά αυτούς τους στόχους με την σειρά της σημασίας τους, διαδικασίες προορίζονταν να δημιουργηθούν που θα οδηγούσαν στην παράδοση του εχθρού.

Αν και είναι αμφίβολο κατά πόσο τα πολιτικά κλιμάκια ενέκριναν αυτό το δόγμα εντούτοις χρησιμοποιήθηκε κατά τη διάρκεια του δευτέρου πόλεμο του Λιβάνου το 2006. Και παρόλα αυτά οι βόρειες πόλεις του Ισραήλ ήταν κάτω από πυρά ρουκετών για 34 μέρες. Οκτώ χρόνια αργότερα, κατά τη διάρκεια  της επιχείρησης protective edge το ίδιο δόγμα χρησημοποιήθηκε εναντίον της Χαμάς για πολύ μικρότερη και αδύναμη τρομοκρατική οργάνωση από ότι η Hezbollah. Παρόλα αυτά όμως η Χαμάς μπόρεσε να κρατήσει το νότιο Ισραήλ και τα περίχωρα του κάτω από τα πυρά των ρουκετών για 51 μέρες.

Υπό το παραδοσιακό δόγμα νίκης των Ι.Α.Δ., κάθε γύρος μάχης έληγε με την ήττα του εχθρού και τη δημιουργία βελτιωμένων αρχικών συνθηκών λειτουργίας (που δεν τις εκμεταλλεύονταν πάντα) για τον επόμενο γύρο. Επειδή ένας πόλεμος φθοράς δεν μπορεί να προκαλέσει αποφασιστικά στρατιωτικά επιτεύγματα δεν μπορεί να τελειώσει μέσω σημαντικών πολιτικών και στρατιωτικών χειρισμών, ακόμα και κάτω από καλύτερες αρχικές συνθήκες για τον επόμενο γύρω. Έτσι κάθε γύρος σε έναν πόλεμο φθοράς γίνεται (όπως είναι και αναμενόμενο) πιο  δύσκολος και μεγαλύτερος σε διάρκεια από τον προηγούμενο. Ίσως αυτό να εξηγεί γιατί τα τελευταία χρόνια έχει αναγκαστεί να δεχθεί να  υποφέρουν συνεχώς οι πολίτες κατά μήκος των συνόρων με τη Γάζα και την εξαγορά της ηρεμίας με χρήματα από το Κατάρ.  

Αν και το Ισραήλ δεν απειλείται πλέον με καταστροφή η νέα στρατηγική απειλή που αντιμετωπίζει δεν πρέπει να περνάει απαρατήρητη: η πρόκληση ακραίας βαριάς καταστροφής από μαζικές και δυνατές ρίψεις πυραύλων και ρουκετών, κάποιες εκ των οποίων πολύ ακριβείς και φονικές, από μικρά τρομοκρατικές ομάδες.

Ο Επικεφαλής του Γενικού Επιτελείου Aviv Kochavi φαίνεται να είναι ο πρώτος που προσπάθησε  να βγάλει το Ισραήλ από την παγίδα ασφαλείας στην οποία είχε πέσει εκμεταλλευόμενος το τεχνολογικό του πλεονέκτημα για να υιοθετήσει ένα δόγμα μάχης βασισμένο στη νίκη. Αυτό το δόγμα στοχεύει, σύμφωνα με την περιγραφή του ίδιου του Kochavi, στο να τελειώσει τον πόλεμο με μία γρήγορη και ξεκάθαρη νίκη που θα καταστρέψει τις μαχητικές ικανότητες του εχθρού  με την ελάχιστη ζημιά τόσο στους στρατιώτες των Ι.Α.Δ. όσο και στις ανθρώπινες ασπίδες.

Ενώ οι τεχνολογίες που απαιτούνται για την εφαρμογή αυτού του δόγματος είναι διαθέσιμες ή μπορούν να αποκτηθούν σχετικά γρήγορα, θα χρειαστούν τεράστιο κεφάλαιο. Εν νέσω της κρίσης του COVID-19, είναι αμφίβολο εάν τέτοια ποσά θα βρεθούν σύντομα.֍

*Ο Dr. Hanan Shai είναι λέκτορας σε στρατηγική, πολιτική και στρατιωτική σκέψη στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών στο Bar-Ilan University.

https://besacenter.org/perspectives-papers/1982-lebanon-repercussions/