Haaretz. Κυριακή 22-11-2020.
Του Yossi Melman

Ένα νέο βιβλίο από τον ιστορικό Χαγκάϊ Ραμ αφηγείται τα χρονικά του χασίς στην περίοδο της Βρετανικής Εντολής και του Ισραήλ – από τις επιχειρήσεις λαθρεμπορίου μέσω καμηλών μέχρι την ψυχεδελική εμπειρία του Γιαμποτίνσκι και τα καφέ του Τελ Αβίβ που πρόσφεραν στους πελάτες τους κάτι παραπάνω από ψημένα προϊόντα.

Τον Μάιο του 1955 η Ζένα Χάρμαν (Zena Harman) που εκείνη την εποχή ήταν επικεφαλής της ισραηλινής αποστολής στα Ηνωμένα Έθνη στη Νέα Υόρκη, έστειλε ένα κωδικοποιημένο, μυστικό τηλεγράφημα στο υπουργείο Εξωτερικών στην Ιερουσαλήμ. Η διπλωμάτισσα αμέσως έστρεψε την προσοχή του υπουργείου στο ότι είχε μάθει από αξιόπιστες πηγές ότι ο Αραβικός Σύνδεσμος προετοίμαζε μια αναφορά προς κατάθεση στη 10 η συνεδρία της Επιτροπής των Ηνωμένων Εθνών για τα Ναρκωτικά Φάρμακα, ισχυριζόμενος ότι το Ισραήλ ήταν βαθιά αναμεμειγμένο στο λεβαντίνικο εμπόριο ναρκωτικών στην Αίγυπτο.

Η Χάρμαν προειδοποίησε τους ανωτέρους της στην Ιερουσαλήμ ότι «ο Αραβικός Σύνδεσμος σκόπευε να δημοσιεύσει ένα υπόμνημα για την κατάσταση των επικίνδυνων ναρκωτικών στη Μέση Ανατολή. Ισχυρίζεται ότι διανέμουμε ναρκωτικά φάρμακα… με την πρόθεση να αποδυναμώσουμε τους Άραβες… Πρέπει να προετοιμαστούμε για αυτό.»

Οι πληροφορίες της Χάρμαν ήταν σωστές. Λίγο αργότερα ο ταξίαρχος Αμπντέλ Αζίζ Σαφουάτ (Abdel Aziz Safwat), επικεφαλής του αντι-ναρκωτικού γραφείου του Αραβικού Συνδέσμου, πράγματι κατέθεσε μια αναφορά στην Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών, έγκαιρα για την επερχόμενη συνεδρία της. Όπως αναμενόταν, η αναφορά στρεφόταν καυστικά κατά του Ισραήλ, κατηγορώντας για δύο σχετιζόμενες μεταξύ τους μεθόδους «δηλητηριασμού διά φαρμάκων» Αράβων γενικά και Αιγυπτίων συγκεκριμένα, καθώς και Αμερικανών και Ευρωπαίων. Η φερόμενη ως πρώτη μέθοδος ήταν φιλόδοξη και ακριβή, απαιτώντας ασυνήθιστη υποδομή και εξειδίκευση, αλλά ήταν εξίσου διαβολική στη φύση της. Η δεύτερη μέθοδος ήταν απλούστερη και πιο οικονομική.

Ο Σαφουάτ περιέγραψε την πρώτη μέθοδο με τον ακόλουθο τρόπο: «Φαίνεται βέβαιο ότι υπάρχουν μικρά εργοστάσια στο Ισραήλ που κατασκευάζουν κοκαΐνη, ηρωίνη και συνθετικά ναρκωτικά και ότι έχει κανονιστεί να μεταφέρονται λαθραία αυτά τα ναρκωτικά σε συγκεκριμένες χώρες της Μέσης Ανατολής και συγκεκριμένες ευρωπαϊκές χώρες, χρησιμοποιώντας ψεύτικα ονόματα εταιρειών από διάσημες φίρμες. Έχει επίσης κανονιστεί να μεταφέρονται με λαθραίο τρόπο ‘λευκά’ ναρκωτικά στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής διά θαλάσσης μέσω Κύπρου, Γένοβας και Μασσαλίας, και από αέρος με μέσα με τα οποία φτάνει κανείς συνήθως στο Ισραήλ.»

Η αναφορά του Σαφουάτ για τη δεύτερη και πιο μετριοπαθή μέθοδο διάδοσης των ναρκωτικών από το Ισραήλ προς το αραβικό κοινό εστίασε συγκεκριμένα στο χασίς. Αυτή η μέθοδος απλώς απαιτούσε από το Ισραήλ να ανακυκλώνει τα αποθέματα χασίς που μεταφέρονταν λαθραία μέσα στη χώρα από τον Λίβανο ή την Ιορδανία και έπειτα να κατάσχονται για να προωθηθούν λαθραία προς την Αίγυπτο. Η αναφορά ισχυριζόταν: «Οι έρευνες που διεξήγα αποκάλυψαν ότι το Ισραήλ δεν έχει πρόθεση να καλλιεργήσει… ινδική κάνναβη μέσα στη χώρα και το θεωρεί επαρκές να μπορεί να αντιμετωπίσει τις ποσότητες του… έτοιμου χασίς που έρχεται στα πλαίσια του λαθρεμπορίου μέσα στη χώρα από τον Λίβανο και την Ιορδανία.»

Παρόμοιες κατηγορίες κατατέθηκαν στα επόμενα χρόνια και έκαναν πάταγο στα αιγυπτιακά ΜΜΕ. Η σημαντική καθημερινή εφημερίδα Αλ Αχράμ έγραψε ότι κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του Σινάι (1956), οι λαθρέμποροι χασίς, ίσως Βεδουίνοι της Νεγκέβ, που πιάστηκαν από τον αιγυπτιακό στρατό, είπαν στους ανακριτές τους ότι στρατιώτες του ισραηλινού στρατού τους είχαν υποσχεθεί ότι θα συνεχίσουν τις δραστηριότητές τους εντός Αιγύπτου. Σύμφωνα με την εφημερίδα, «οι Εβραίοι χρησιμοποίησαν στρατιωτικά οχήματαγια να μεταφέρουν [χασίς] στην έρημο κατά τη διάρκεια της περιόδου της κατοχής [του Σινάι]».

Οι εκπρόσωποι του επίσημου Ισραήλ αρνήθηκαν σθεναρά τις αιγυπτιακές κατηγορίες. Η κάνναβη «καλλιεργήθηκε εντός του Ισραήλ σε αμελητέες ποσότητες», είπε το Υπουργείο Εξωτερικών σε δήλωσή του – βάσει πληροφοριών της ισραηλινής αστυνομίας – και πρόσθεσε: «Είναι πέραν πάσης αμφιβολίας ότι αυτό το χασίς προοριζόταν για προσωπική οικιακή χρήση και μόνο… Καμία κάνναβη που καλλιεργήθηκε στο Ισραήλ, δεν μεταφέρθηκε ποτέ λαθραία στο εξωτερικό.»

Αν και το 1954 η ισραηλινή αστυνομία ανακάλυψε ότι η κάνναβη καλλιεργούταν σε διάφορα μεταφερόμενα σημεία σε όλη τη χώρα, ο ισχυρισμός ότι το χασίς δεν γινόταν αντικείμενο λαθραίου εμπορίου είναι ψευδής – μέρος του πολέμου της προπαγάνδας που διεξαγόταν μεταξύ Ισραήλ και Αιγύπτου. Το χασίς σε μεγάλες, και όχι αμελητέες, ποσότητες διακινούταν από τον Λίβανο μέσω Ισραήλ προς την Αίγυπτο, η οποία αποτελούσε τότε τον μεγαλύτερο και πιο επικίνδυνο εχθρό του εβραϊκού κράτους.

Τα έγγραφα που παρατίθενται εδώ, μαζί με άλλα, εμφανίζονται σε ένα συναρπαστικό βιβλίο του ιστορικού Χαγκάι Ραμ (Hagai Ram), του Τμήματος Μεσανατολικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Μπεν-Γκουριόν, στην πόλη Μπε’ερ Σεβά. Η έρευνα του Ραμ εστίαζε για χρόνια στο Ιράν και τα βιβλία και τα άρθρα του τον έχουν καθιερώσει σαν ειδικό στο πεδίο αυτό. Δεν υπάρχει τίποτε αυτονόητο στην απόφασή του να ανοίξει το πεδίο των ενδιαφερόντων του και να μελετήσει το φαινόμενο του χασίς στη βρετανική Παλαιστίνη και το Ισραήλ. Σε κάθε περίπτωση, το αποτέλεσμα, με τίτλο «Μεθυστική Σιών: Μια Κοινωνική Ιστορία του Χασίς στη βρετανική Παλαιστίνη και το Ισραήλ» [“Intoxicating Zion: A Social History of Hashish in Mandatory Palestine and Israel” (Stanford University Press)], αποτελεί ένα μοναδικό, αυθεντικό έργο έρευνας.

 Ο Χαγκάι Ραμ (Credit: Meged Gozny).

«Αποφάσισα να γράψω για αυτό δέκα χρόνια πριν, όταν έπεσα τυχαία πάνω σε άφθονη ερευνητική βιβλιογραφία για διάφορες ιστορίες ναρκωτικών – κάνναβη, οπιούχα, κοκαίνη, αλλά επίσης και καπνό και καφέ – σε διάφορα μέρη και περιόδους», εξηγεί ο καθηγητής Ραμ. «Αυτές οι μελέτες εξέταζαν ιστορίες των ναρκωτικών, ως μέρος μιας ευρύτερης και διασυνδεδεμένης σφαίρας διασυνοριακών πολιτικών, οικονομιών και πολιτισμών, τα οποία δεν μπορούν να μελετηθούν επαρκώς αν αναδείξουμε το κράτος σαν μια αποκλειστική κατηγορία της ανάλυσής μας. Το θέμα με τράβηξε αμέσως.»

Ο Ραμ ανακάλυψε ότι «αν και γνωρίζουμε αρκετά για τις ιστορίες των ναρκωτικών, ειδικά την κάνναβη και το όπιο, σε άλλα μέρη της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, συγκεκριμένα στην Ινδία και την Αίγυπτο, γνωρίζουμε ελάχιστα για αυτά στην Παλαιστίνη-Ισραήλ». Το βιβλίο μου εξετάζει τη μετάβαση από την περίοδο της Παλαιστινιακής Εντολής σε αυτήν του κράτους του Ισραήλ στις δεκαετίες του 1950 και 1960 μέσα από την προοπτική του χασίς ως ενός παράνομου εμπορεύματος που διακινείται λαθραία μέσα απ’ τα σύνορα, γίνεται αντικείμενο εμπορίου, καταναλώνεται, υφίσταται έλεγχο και για το οποίο συμβαίνουν αδιάκοπες αντιπαραθέσεις· και ως μιας οθόνης πάνω στην οποία τα ανθρώπινα όντα προβάλλουν τις ταξικές, εθνοτικές και έμφυλες επιθυμίες και ανησυχίες.»

Το χασίς, σημειώνει, άρχισε να καταφθάνει στην Παλαιστίνη της Βρετανικής Εντολής σε εμπορεύσιμες ποσότητες μονάχα στις αρχές της δεκαετίας του 1920 και πιο συγκεκριμένα στη δεκαετία του 1930.

«Η ιστορία του χασίς στην Παλαιστίνη και μετά στο Ισραήλ είναι μοναδική, αλλά ταυτόχρονα έχει και ομοιότητες με τις ιστορίες του εν λόγω ναρκωτικού σε άλλα μέρη», επισημαίνει ο Ραμ. Ενώ «σε πολλές περιοχές της αραβικής, ιρανικής και οθωμανικής-τουρκικής Ανατολής, η χρήση της κάνναβης είναι ευρέως διαδεδομένη στα μεσαιωνικά χρόνια και στην πρώιμη νεωτερικότητα – η χρήση του χασίς σε Παλαιστίνη-Ισραήλ είναι ένα σχετικά νέο φαινόμενο.»

«Ξεκίνησε, ουσιαστικά, μετά την άνευ προηγούμενου εισαγωγή παγκόσμιων μέτρων ελέγχου της χρήσης και της εμπορίας ναρκωτικών σε όλο τον κόσμο. Αυτή η εξέλιξη έθεσε τέρμα στις διαδρομές λαθρεμπορίου του χασίς από την Ελλάδα στην Αίγυπτο. Για να αποζημιωθούν από τη διακοπή των προμηθειών του χασίς από την Ελλάδα, οι Αιγύπτιοι καταναλωτές του ναρκωτικού στράφηκαν σε προμηθευτές από τη Συρία και τον Λίβανο. Ως αποτέλεσμα αυτού, η Παλαιστίνη της Βρετανικής Εντολής απέγινε κεντρικός σύνδεσμος της αλυσίδας εμπορίου του ναρκωτικού, που ξεκινούσε από τον βόρειο Λίβανο και κατέληγε στη νότια Αίγυπτο.»

- Πως λειτουργούσε στην πράξη αυτό το δρομολόγιο;

«Οι σιδηροδρομικές γραμμές που άπλωσαν στη χώρα οι αρχές της Παλαιστινιακής Εντολής αποτέλεσαν κάποιες από τις κυρίαρχες διαδρομές λαθρεμπορίου του χασίς. Το 1942, η γραμμή που συνέδεε την αιγυπτιακή πόλη της Καντάρα (Qantara), στο Κανάλι του Σουέζ, με τη Χάϊφα, επεκτάθηκε στις λιβανέζικες πόλεις της Βηρυτού και της Τρίπολης. Η γραμμή παρέκκλινε μέσα από το Αλ-Λιντ (το σημερινό Λοντ) και τη Γιάφα, και περνούσε έτσι κοντά από το μεγάλο αστικό κέντρο του Τελ Αβιβ-Γιάφα.»

Στο βιβλίο του, ο Ραμ περιγράφει γλαφυρά αρκετές πανούργες επιχειρήσεις λαθρεμπορίου που κάποιες φορές συνοδεύονταν και από βαναυσότητες. Τότε όπως και τώρα, μια κοινή μέθοδος ήταν να χρησιμοποιούνται τα καραβάνια με τις καμήλες. Οι βρετανικές αναφορές κάνουν λόγου για λαθρέμπορους από τη Λωρίδα της Γάζας που τοποθετούσαν το χασίς σε τενεκεδένιους κυλίνδρους τους οποίους ανάγκαζαν τις καμήλες να καταπιούν. Αφότου το καραβάνι περνούσε τα σύνορα και έφτανε σε ασφαλές καταφύγιο, οι καμήλες θα σφάζονταν και εκείνοι θα ανοίγανε τα στομάχια τους για να μπορέσουν να βγάλουν τα δοχεία.

 Όπως σημείωνε ο Ράσελ Πασά (Russell Pasha), υψηλόβαθμος Βρετανός αξιωματούχος στην Αίγυπτο στις δεκαετίες του 1930 και του 1940 που ηγήθηκε της μάχης κατά των ναρκωτικών στη χώρα, οι απώλειες των καμηλών ήταν ασήμαντες σε σύγκριση με το κέρδος που έβγαζαν από την πώληση των ναρκωτικών.

Σύμφωνα με τα αρχεία της αστυνομίας επί Παλαιστινιακής Εντολής, γύρω στις 35.000 καμήλες περνούσαν ετησίως από το τελωνείο της Καντάρα αφότου διέσχιζαν το Σινάι. Οι βρετανικές αρχές γρήγορα ανακάλυψαν αυτόν τον τρόπο εμπορίας και ξεκίνησαν συστηματικές προσπάθειες να τον αντιμετωπίσουν. Έτσι, το 1940 εγκατέστησαν μηχανήματα ακτινογραφιών στην Καντάρα ώστε να κάνουν τυχαία δειγματοληψία καμηλών που είχαν περάσει τα σύνορα για να υποστούν ακτινοσκόπηση.

Σε άλλες περιπτώσεις και με σκοπό να μειωθεί η απόσταση που χρειαζόταν να διανύσουν, οι συμμορίες των λαθρεμπόρων ξεκίνησαν να καλλιεργούν κάνναβη σε χωράφια γύρω από το Τουλ Καρμ και την Τζενιν, στη σημερινή κατεχόμενη Δυτική Όχθη. Ένα άλλο τέχνασμα ήταν να μεταφέρονται τα ναρκωτικά λαθραία μέσω θαλάσσης από λιμάνια του Λιβάνου (όπως της Βηρυτού και του Σιντόν) μέσω του Ρας Νακούρα (το Ρος Χανικρά) στην Ακρ και στη Χάιφα, και ακόμη και τόσο μακριά όσο η Γάζα και το Ελ Αρίς. Σε απάντηση αυτών, η αστυνομία ίδρυσε μια μικρή ακτοφυλακή, η οποία όμως διέθετε ανεπαρκή μέσα και ήταν κατά κύριο λόγο αναποτελεσματική.

- Στο βιβλίο σου ισχυρίζεσαι ότι οι προσπάθειες της αστυνομίας της Παλαιστινιακής Εντολής να περιορίσει το φαινόμενο ήταν κατά κύριο λόγο ανεπιτυχείς.

«Αυτό είναι σωστό. Η αστυνομία ήταν απασχολημένη με πολλά και επείγοντα καθήκοντα και είχε περιορισμένο προϋπολογισμό. Ως αποτέλεσμα αυτών, το αστυνομικό σώμα ήταν σχεδόν απελπισμένο στις προσπάθειές του να καταστείλει την προμήθεια και το τεράστιο εμπόριο χασίς που περνούσε από την Παλαιστίνη με προορισμό την Αίγυπτο.»

Από το 1922 ο διοικητής του λιμενικού στην Παλαιστίνη, Ντάγκλας Νταφ (Douglas Duff), παρατηρούσε ότι τους λαθρέμπορους «κανένας δεν τους έκανε καλά… [και] δεν φοβούνταν ούτε θεούς ούτε ανθρώπους και ότι για λίγα γρόσια θα κάνανε τα πάντα.»

Ο Βρετανός κυβερνήτης του Σινάι, Κλοντ Σκούνταμορ Τζάρβις (Claude Scudamore Jarvis) συμφωνούσε, δηλώνοντας εν μέσω απόγνωσης: «Το να σταματήσεις το λαθρεμπόριο χασίς είναι σαν να προσπαθείς να φράξεις ένα ποτάμι με ένα φράγμα από πηλό – αμέσως μόλις κλείσεις μια δίοδο, το νερό βγαίνει από άλλη πλευρά.»

Μια αναφορά της αστυνομίας της Παλαιστίνης το 1947 αποκάλυπτε ότι «το χασίς και το όπιο αποτελούν τα δύο βασικότερα παράνομα ναρκωτικά που διακινούνται μέσω Παλαιστίνης προς την Αίγυπτο, στην πλειονότητα των περιπτώσεων… καταφθάνοντας εδώ από τη Συρία και τον Λίβανο.»

Πέραν της αδιαφορίας που επιδείκνυαν για τα σύνορα, οι λαθρέμποροι δεν περιορίζονταν επίσης από τη θρησκεία ή την εθνικότητα. Δεν ήταν μόνο οι Άραβες μπλεγμένοι στη διακίνηση των λαθραίων αλλά και οι Έλληνες, οι Ιταλοί, οι Βούλγαροι και οι Κύπριοι, για να ονομάσουμε λίγους από αυτούς, αλλά περιστασιακά επίσης και οι Βρετανοί στρατιώτες και αξιωματικοί που βρίσκονταν σε βάσεις στην Παλαιστίνη και την Αίγυπτο. 

Κατά καιρούς, όπως καταδεικνύουν οι επίσημες αναφορές και αυτές του Τύπου, ονόματα που μοιάζουν για εβραϊκά αρχίζουν να εμφανίζονται στις επιχειρήσεις εμπορίου ναρκωτικών – όπως για παράδειγμα του Ντέιβϊντ Σαμάι, του Τέοντορ Σαμίτ και του Αλεξάντερ Ρουντίντσκι. Κάποιοι από αυτούς συμμετείχαν στις αραβικές συμμορίες και συνεργάζονταν μαζί τους. Εδώ κι εκεί επίσης οι αναφορές κάνανε λόγο για Εβραίους που υπηρετούσαν στον βρετανικό στρατό στην Αίγυπτο και μετέφεραν ή πουλούσαν παράνομα ναρκωτικά.

- Ποιοι ήταν οι καταναλωτές στην Παλαιστίνη;

«Ένα αποτέλεσμα της νέας εμπορικής οδού από τον Λίβανο και τη Συρία στην Αίγυπτο ήταν η υπολογίσιμη αύξηση της κατανάλωσης ναρκωτικών εκ μέρους της αραβικής εργατικής τάξης των αστικών κέντρων της Παλαιστίνης – επιβεβαιώνοντας ότι η μικρή γεωγραφική απόσταση, η εξοικείωση μεταξύ των προσώπων και η διαθεσιμότητα των ναρκωτικών συχνά έπαιζαν ρόλο. Έτσι, στη δεκαετία του 1930, ένα πυκνό σύννεφο από χασίς αιωρούνταν πάνω από τη Γιάφα, τη Χάϊφα, την Αλ Κουντς (Ιερουσαλήμ), την Άκα (Ακρ), τη Ναμπλούς, την Τιβεριάδα, τη Ράμλα και το Ελ-Λιντ (Λοντ) – και ακόμη και πάνω από το Τελ Αβίβ, την πρώτη εβραϊκή πόλη.»

- Και το Τελ Αβίβ;

«Ναι, το χασίς προσφερόταν στους πελάτες στα καφέ από τη δεκαετία του 1930, πρώτα στις αραβικές ή τις μεικτές πόλεις όπως η Χάιφα, η Ακρ και η Ναμπλούς. Η περιγραφή στον Τύπο και στα επίσημα έγγραφα κάνει λόγο για καφέ στα οποία σύχναζε η κατώτερη αραβική τάξη. Αλλά βρήκα τεκμήρια ότι τέτοια καφέ που πρόσφεραν χασίς σε Εβραίους πελάτες υπήρχαν και στην καρδιά του Τελ Αβίβ, από την εποχή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και έπειτα, μολονότι η χρήση ναρκωτικών ήταν σχετικά σπάνια και ασήμαντη στην εβραϊκή κοινωνία.»

Αυτό είναι κάπως περίεργο γιατί στο βιβλίο παραθέτετε ένα ερωτικό ποίημα-ύμνο του Τσε’εβ Γιαμποτίνσκι με τον τίτλο «Χασίς»:

 «Στις οδύνες της απόλαυσης

 αιωρούμαι μεταξύ θανάτου και ανάστασης

 Κύματα που αντηχούν χαλκό

 κατρακυλάνε απ’ την κορφή, στο παρεκκλήσι

 το πνεύμα μου σε άμπωτη, η σωματική μου δύναμη ξοδεμένη

 Το μυαλό μου βυθίζεται, ύπνος και μη-ύπνος

 Κωδωνοκρουσίες

 σαν μια βροντερή φράση μέσ’ το αυτί μου.

 Άθικτη καίει μια ασημένια φωτιά

 και στις αγκάλες μιας άμορφης νύμφης

 με τραβάει ένα όνειρο γυμνής ντροπής

 στο λίκνο του μαρτυρίου

 και εν μέσω τρέλας μεθυστικής

 με δελεάζει λέγοντας  ‘Έλα’ – κι εγώ σπεύδω.»

«Πράγματι, αυτό είναι ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον ποίημα, επειδή γράφτηκε από τον ιδρυτή του αναθεωρητικού Σιωνισμού και διάφορων μάχιμων εβραϊκών οργανώσεων στην Παλαιστίνη», παρατηρεί ο καθηγητής Ραμ. «Αλλά θα πρέπει να θυμόμαστε ότι ο Γιαμποτίνσκι δεν ήταν μόνο ηγέτης, ρήτορας και στρατιώτης – αλλά επίσης και συγγραφέας και ποιητής. Έγραψε μάλλον αυτό το ποίημα το 1901, όταν ήταν φοιτητής νομικής στο Πανεπιστήμιο της Σαπιέντζα στη Ρώμη [Ο Γιαμποτίνσκι γεννήθηκε το 1880]. Μπορεί κανείς να αλιεύσει από το ποίημα αυτό ότι περιγράφει μια προσωπική ψυχοδραστική εμπειρία ενός νέου άνδρα στην Ευρώπη της εποχής. Αλλά αυτή δεν ήταν μια διαδεδομένη και καθοριστική εμπειρία για τους Εβραίους της Ευρώπης συνολικά ούτε και τους Εβραίους της Παλαιστίνης. Αντιθέτως: συνήθως σνομπάρανε τα ναρκωτικά λόγω των ανατολίτικων συνδηλώσεών τους.»

- Δηλαδή;

«Το να φτιαχτείς με ναρκωτικά θεωρούταν αντίθετο στις σιωνιστικές αξίες και δεν ταίριαζε με το πουριτανικό ήθος του Σιωνισμού, ο οποίος εξυμνούσε την αγνότητα, την ασκητική ζωή των πρωτοπόρων, τον ‘Εβραϊκό μόχθο’ και την καλλιέργεια της γης. Ο Νέος Εβραίος υποτίθεται θα έπαιρνε ευθύνη για τη μοίρα του έθνους και αν παραδιδόταν στον ηδονισμό και την ακολασία, θα έτεινε να παραβλέπει τα εθνικά του καθήκοντα. Η αποχή από το χασίς επίσης πήγαζε από το φόβο της υπερβολικής αφομοίωσης στην Ανατολή. Η μεγάλη πλειοψηφία του Γισούφ [της προ του 1948 εβραϊκής κοινότητας της Παλαιστίνης] απείχε από τη χρήση χασίς, επειδή το βλέπανε σαν μια ξένη – δηλαδή αραβική – ουσία που μπορούσε να οδηγήσει στη λεβαντο-ποίηση του σιωνιστικού σχεδίου.»

Η σιωνιστική αποστροφή για το χασίς, γράφει ο Ραμ, αντλώντας επίσης και από μια μελέτη του Δρ Όφρι Ιλάνι (Ofri Ilany), ήταν προσδεδεμένη και σε μια αίσθηση απειλής της αντίληψης του ανδρισμού του «Νέου Εβραίου». Για αυτό τον λόγο, οι χασισοτεκέδες, τα καφέ και τα μπουρδέλα, όπου οι Άραβες συνδέονταν και κοινωνικοποιούνταν μεταξύ τους ενώ κάπνιζαν χασίς, θεωρούνταν εθνική και πολιτική απειλή. Δεν ήταν τυχαίο που αυτά ακριβώς τα μέρη μαρκάρονταν σαν κέντρα ακολασίας και ύποπτων σεξουαλικών – ιδιαίτερα ομοφυλόφιλων – πρακτικών.

 Αλλά η προσχηματική αποστροφή από το ναρκωτικό σταμάτησε όταν αναδύθηκε το ζήτημα της εθνικής ασφάλειας. Σύμφωνα με έγγραφα της Σάι (Shai), της μονάδας πληροφοριών της Χαγκανά, ο στρατός του Γισούφ προ της ανεξαρτησίας, η αποσκίρτηση των μάχιμων οργανώσεων – της Ιργκούν και της Λεχί – που δεν υπάκουαν στην πολιτική της επίσημης ηγεσίας, ενεπλάκη σε επιχειρήσεις λαθρεμπορίου. Η Σάι διέθετε προσωπικούς φακέλους για το προσωπικό αυτών των οργανώσεων και σε κάποιους από αυτούς αναφέρονται τα ονόματα των μελών που διακινούσαν παράνομα χασίς για να υποστηρίξουν οικονομικά τις δραστηριότητές τους.

Μια αναφορά στην εφημερίδα Μααρίβ (Maariv) στις 11 Μαΐου του 1948, τρεις μέρες προτού το Ισραήλ ανακηρύξει την ανεξαρτησία του, έκανε λόγο για «σιωνιστικές οργανώσεις που μετέφεραν λαθραία όπλα από τον Λίβανο και τη Συρία» με τη βοήθεια χρημάτων που απέκτησαν από το εμπόριο χασίς. Τρία χρόνια αργότερα, η Χατζοφέχ (Hatzofeh), η εφημερίδα του εθνικού-θρησκευτικού κινήματος, έκανε λόγο για μια «εβραϊκή στρατιωτική συμμορία» (αναφορά που υπονοεί την Ιργκούν ή τη Λεχί) που συνελήφθη στην Αίγυπτο για «λαθρεμπόριο μεγάλης κλίμακας χασίς και οπίου.»

Σύμφωνα με άλλες πληροφορίες, το 1945 χασίς μεταφερόταν παράνομα μέσω ενός αεροπλάνου που πετούσε μεταξύ Αιγύπτου και Παλαιστίνης, με σκοπό να εξασφαλιστεί η εβραϊκή πολεμική προσπάθεια των αντάρτικων οργανώσεων. Το 1964 ο δημοσιογράφος Αβιεζέρ Γκολάν ανέφερε στην εφημερίδα Γεντιότ Αχρονότ (Yedioth Ahronoth) «φήμες» ότι «η Ιργκούν εμπλεκόταν σε λαθρεμπόριο χασίς στην Αίγυπτο για να χρηματοδοτήσει τον πόλεμό της.»

Το Χασίς στην Κορυφή. Μετά την ίδρυση του κράτους και τον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας, οι φόβοι ότι η κατάχρηση ναρκωτικών θα μόλυναν την εβραϊκή κοινωνία αναδύθηκαν. Οι νεότευκτες κυβερνητικές αρχές εξέφρασαν αισιοδοξία ότι το κλείσιμο των συνόρων, το σπάσιμο των γεωγραφικών συνδέσμων μεταξύ Λιβάνου και Αιγύπτου, θα εμπόδιζε τη συνέχιση των μεταφορών του χασίς και άλλων ναρκωτικών από τις προυπάρχουσες διαδρομές. Μια αναφορά του 1948 που γράφτηκε από την ισραηλινή αστυνομία καυχιόταν ότι «προηγουμένως η Γη του Ισραήλ αποτελούσε σημαντικό πέρασμα για το κύμα των παράνομων ναρκωτικών… Η μεγάλη πλειοψηφία των λαθρεμπόρων και η πλειοψηφία των καταναλωτών ήταν Άραβες. Λόγω της διακοπής των σχέσεων με τις συνορεύουσες χώρες, το Ισραήλ δεν αποτελεί πια αγορά επικίνδυνων ναρκωτικών.»

Ωστόσο, μέσα σε ένα σύντομο χρονικό διάστημα, η διάθεση άλλαξε προς την απαισιοδοξία. Οι παλιές θαλάσσιες και επίγειες διαδρομές ανανεώθηκαν. Η εχθρότητα μεταξύ του Ισραήλ και των γειτόνων του κλιμακώθηκε εκ νέου, αλλά αυτό δεν σταμάτησε την πρακτική των λαθρεμπόρων ναρκωτικών να διασχίζουν τα σύνορα.

Τα κύματα της εβραϊκής μετανάστευσης από τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική αύξησαν τους φόβους για το χασίς. Κάποιοι από τους μετανάστες κατανάλωναν χασίς στις χώρες καταγωγής τους και έφεραν το συνήθειο μαζί τους. Άλλοι, από την πρώτη και τη δεύτερη γενιά των Μιζραχί μεταναστών (δηλαδή, των Εβραίων των μεσανατολικών και βορειοαφρικανικών χωρών), απέκτησαν τη συνήθεια αυτή στο Ισραήλ  ως αποτέλεσμα των φυλετικών διακρίσεων που υφίσταντο και της απόθεσής τους στο περιθώριο της κοινωνίας, σε εφήμερα στρατόπεδα και σε απομακρυσμένες και φτωχές πόλεις.

Έτσι το ναρκωτικό αυτό έγινε εβραϊκό «πρόβλημα», ενώ πιο πριν θεωρούταν κυρίως αραβικό. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες προστέθηκε και η αυξανόμενη δυσφορία του Ασκεναζί κατεστημένου για τις νέες αφίξεις μεταναστών, τους οποίους έβλεπαν σαν οπισθοδρομικούς και πρωτόγονους. Ο συνδυασμός ναρκωτικών και Μιζραχί μεταναστών ενέτεινε ακόμη περισσότερο τα στερεότυπα, την εξωτικοποίηση και την εγκληματοποίηση που υπέφερε αυτή η κοινότητα στο Ισραήλ.

Με αυτή την έννοια, προσθέτει ο Χαγκάϊ Ραμ, η σύνδεση που έγινε μεταξύ ναρκωτικών και της μεταναστευτικής κοινότητας στο Ισραήλ δεν ήταν και πολύ διαφορετική και σε άλλες χώρες. Στις Ηνωμένες Πολιτείες για παράδειγμα η χρήση μαριχουάνα ταυτίστηκε με τους Μεξικανούς μετανάστες και τους μαύρους των αστικών κέντρων, τους οποίους η λευκή μεσαία τάξη φοβόταν.

Πέρα από αυτό, λέει ο Ραμ, «η χρήση κάνναβης και των παραγώγων της στον κόσμο ήταν ευρέως διαδεδομένη μεταξύ των μισητών περιθωριακών ομάδων και έπειτα της εργατικής τάξης, αλλά ακόμη περισσότερο ήταν ταυτισμένη με την υποτιθέμενη βάρβαρη και οπισθοδρομική Ανατολή. Συνεπώς, στην ουσία αποδόθηκαν ακάθαρτα, ακατανόμαστα και σατανικά χαρακτηριστικά, ενώ η ψυχοδραστική της επίδραση ειπώθηκε ότι οδηγεί στην τρέλα, τη βία, την εγκληματικότητα και την ακραία σεξουαλικότητα – συμπεριλαμβανόμενης της ομοφυλοφιλίας. Με άλλα λόγια, στο Ισραήλ, όπως και οπουδήποτε αλλού, επιβλήθηκαν πολιτισμικές, πολιτικές, εθνικές και φυλετικές συνδηλώσεις και φορτία στην κάνναβη, χωρίς οποιαδήποτε σύνδεση με την ουσία την ίδια και σίγουρα όχι σε σύνδεση με τα ψυχοδραστικά της αποτελέσματα.»

Είναι αρκετό να διαβάσει κανείς το έκτο κεφάλαιο του βιβλίου «Οι Μιζραχί και οι ‘Κίνδυνοι’ του καπνίσματος του χασίς» για να καταλάβει το στίγμα που το κατεστημένο των Ασκενάζι επέβαλε στους Άλλους του. Στις επίσημες κυβερνητκές αναφορές και στον Τύπο της εποχής, οι Μιζραχί αντικαθιστούν έτσι τους Άραβες στο συγκείμενο της χρήσης χασίς και της αποστροφής εις βάρος τους από πλευράς κατεστημένου.

«Στο τεράστιο κύμα μετανάστευσης έχουν διεισδύσει εγκληματικά στοιχεία», λέει μια αναφορά της ισραηλινής αστυνομίας το 1951, προσθέτοντας «Πλήθη μεταναστών κατέφθασαν από χώρες των οποίων η κουλτούρα είναι φτωχή και οι πολιτικές δομές ασταθείς και κατώτερες ή θεμελιωμένες πάνω στην καταπίεση και τον καταναγκασμό.» Στα μάτια του κατεστημένου, οι Εβραίοι της Ανατολής και η κατάχρηση ναρκωτικών που πραγματοποιούσαν έτειναν να εγκαθιδρύσουν «ένας καθεστώς ανομίας». Η χρήση χασίς από μέρους τους χαρακτηριζόταν σαν «επιδημία», λες και η χρήση του εν λόγω ναρκωτικού να αποτελούσε ασθένεια που εύκολα εξαπλώνεται μεταξύ των «λευκών» Ασκενάζι Εβραίων.

Αλλά η διακηρυγμένη απέχθεια με την κατάχρηση των ναρκωτικών δεν εμπόδιζε τις υπηρεσίες ασφαλείας του Ισραήλ να χρησιμοποιούν τα ναρκωτικά για τους δικούς τους σκοπούς. Οι συνδέσεις μεταξύ των κοινοτήτων των μυστικών υπηρεσιών και των ναρκωτικών είναι εγγενείς σε παγκόσμια κλίμακα. Υπάρχουν μαρτυρίες στα ΜΜΕ και στα επίσημα έγγραφα ότι η αμερικάνικη CIA, η βρετανική MI6, η σοβιετική KGB, οι Σύριοι στρατηγοί του Λιβάνου, το στρατιωτικό προσωπικό στην Μπούρμα και άλλες υπηρεσίες πληροφοριών εμπορεύονταν ναρκωτικά ή αγνοούσαν το εμπόριο, αν εξυπηρετούσε τα συμφέροντά τους. Οι τρομοκρατικές και αντάρτικες οργανώσεις, όπως οι Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν, ο ΙΡΑ στη Βόρεια Ιρλανδία και η Χεζμπολάχ στον Λίβανο καλλιεργούσαν, επεξεργάζονταν, φιλτράρανε και διέδιδαν ναρκωτικά προκειμένου να ενισχύσουν οικονομικά τις δραστηριότητές τους.

Ούτε υπάρχει κάτι το νέο στους ισχυρισμούς ότι οι οργανώσεις των μυστικών υπηρεσιών διέδιδαν τα ναρκωτικά ώστε να παγιδέψουν και να βλάψουν τους εχθρούς τους και να αποδυναμώσουν τις κοινωνίες τους και τις στρατιωτικές τους δυνάμεις. Τέτοιοι ισχυρισμοί ήρθαν στο προσκήνιο από τον Χάρι Τζ. Άνσλινγκερ (Harry J. Aslinger), ιδρυτή και πρώτου διευθυντή (1930-1962) του αμερικάνικου Ομοσπονδιακού Γραφείου Ναρκωτικών. Πριν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και κατά τη διάρκεια του πολέμου επίσης, ο Άσλινγκερ κατηγόρησε την Ιαπωνία για τη διάδοση ναρκωτικών φαρμάκων με σκοπό το κέρδος αλλά κυρίως για να διαφθείρει τους πολίτες των Συμμάχων. Κατέθεσε παρόμοιους ισχυρισμούς και τη δεκαετία του 1950, κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, με την κομμουνιστική Κίνα να αντικαθιστά την Ιαπωνία στο εδώλιο.

Η ηχώ αυτού του λόγου αντήχησε και στο Ισραήλ τις δεκαετίες του 1950, του 1960 και του 1970. Ο ισραηλινός Τύπος απεικόνιζε την Αίγυπτο σαν μια χώρα της οποίας ο πληθυσμός ήταν ναρκωμένος και όπου η κατανάλωση ναρκωτικών δεν περιοριζόταν στους φτωχούς και τους εμπόρους στις αγορές ή στα ζαχαροπλαστεία, αλλά είχε επεκταθεί στα ανώτερα κλιμάκια, μέχρι και στο περιβάλλον του προέδρου Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ.

Λίγα χρόνια αργότερα, το ψυχολογικό προφίλ που είχε κατασκευάσει ο ερευνητής της Μέσης Ανατολής Σιμόν Σαμίρ για τη μονάδα έρευνας των Στρατιωτικών Υπηρεσιών Πληροφοριών του Ισραήλ, έλεγε ότι ο πρόεδρος Ανουάρ Σαντάτ έκανε επίσης χρήση χασίς.

Οι ισχυρισμοί σχετικά με την κλίμακα χρήσης χασίς στην Αίγυπτο – το 1955 υπολογιζόταν ότι κάπνιζαν οκτώ εκατομμύρια πολίτες, δηλαδή το ένα-τρίτο του πληθυσμού την εποχή εκείνη – εξυπηρετούσε αρκετά την ισραηλινή προπαγανδιστική μηχανή, η οποία είχε βάλει ως στόχο να απεικονίσει την Αίγυπτο ως μια οπισθοδρομική κοινωνία ανεβάζοντας παράλληλα το ηθικό της ισραηλινής κοινής γνώμης.  Ταυτόχρονα, η Στρατιωτική Υπηρεσία Πληροφοριών, με επικεφαλής τον Στρατηγό Χαίμ Χέρτζογκ, εξέφραζε τις ανησυχίες της ότι, επειδή το χασίς και άλλα ναρκωτικά ήταν διαθέσιμα σε αφθονία στην Αίγυπτο και στον Λίβανο, θα μπορούσαν εύκολα να φτάσουν και στο Ισραήλ. Αν συνέβαινε αυτό, δεν διέφθειρε μόνο την ισραηλινή κοινωνία αλλά θα υπέσκαπτε και το ηθικό της και την ηθική της, πέραν του ότι θα αποδυνάμωνε τον ισραηλινό στρατό και θα έβλαπτε τις μαχητικές του ικανότητες.

Δεν αποτελεί έκπληξη λοιπόν που η Αίγυπτος θεωρούσε πως ο ισραηλινός στρατός ήταν επισήμως συνδεδεμένος με το λαθρεμπόριο ναρκωτικών στα αραβικά κράτη εν γένει και στην Αίγυπτο πιο συγκεκριμένα, προκειμένου να υπονομεύσει τους Άραβες και να τους καταστήσει ανίκανους, όπως σημειώνει ο Ραμ στο βιβλίο του.

- Είναι βάσιμες κατά τη γνώμη σας οι κατηγορίες του Αιγύπτιου στρατηγού Σαφουάτ και άλλων στην Αίγυπτο ότι το Ισραήλ δρούσε βάσει επίσημου σχεδίου σε σχέση με αυτό το ζήτημα;

«Δεν το γνωρίζω. Αλλά δεν θα το απέκλεια. Ειδικά όταν κάποιος διαβάζει αναφορές που δεν δημοσιεύτηκαν από ισραηλινές πηγές και ισχυρίζεται ότι το Ισραήλ προσπάθησε να δηλητηριάσει πηγές νερού στην Αίγυπτο και να αναπτύξει ιούς εναντίον των Παλαιστινίων Αράβων το 1948 στην Ακρ, και μια αναφορά ακόμη του Τεντ Κρος, ενός Ισραηλινού αξιωματικού των μυστικών υπηρεσιών που δρούσε στην Αίγυπτο από το 1948 και το 1950 και χρηματοδοτούσε τη δουλειά του με βοήθεια χασισεμπόρων.

«Η μαρτυρία ενός αξιωματικού των μυστικών υπηρεσιών με το όνομα Σιμσόν Μασμπέτζ, που βρήκα στο Αρχείο της Χαγκανά, δίνει επίσης τροφή για σκέψη. Σύμφωνα με τον Μασμπέτζ η ιδέα του λαθρεμπορίου χασίς προκειμένου να χρηματοδοτηθεί ο εξοπλισμός της Χαγκανά ήρθε πράγματι μέσα από την οργάνωση αλλά εν τέλει αφέθηκε στο συρτάρι. Επειδή δεν βρήκα κι άλλες τέτοιες μαρτυρίες, δεν μπορούμε να αποκλείσουμε με σιγουριά αν αργότερα, λόγω άγχους και ανάγκης, κάποιοι υιοθέτησαν την ιδέα και τις μεθόδους, είτε πριν το 1948 είτε αργότερα.»

«Και υπάρχουν αναφορές αργότερα, από τις δεκαετίες του 1970 και του 1980, που ισχυρίζονται ότι οι Ισραηλινοί αξιωματικοί, συμπεριλαμβανομένων των μυστικών υπηρεσιών, ενεπλάκησαν σε λαθρεμπόριο ναρκωτικών από τον Λίβανο. Όταν ερευνά κανείς τις πράξεις των ισραηλινών μυστικών υπηρεσιών, είναι πιθανόν να πιστέψει πολλά από αυτά που έκαναν και έπειτα αρνήθηκαν ή αρνήθηκαν να παραδεχτούν, γιατί ακριβώς ντρέπονταν για τις πράξεις τους και δεν ήθελαν το κοινό να ανακαλύψει τίποτα για αυτές.»֍

 Αρχική Πηγή: https://www.haaretz.com/israel-news/.premium.MAGAZINE-high-times-in-zion-an-israeli-history-of-drugs-1.9319238

Δευτερεύουσα Πηγή: https://israelstories.wixsite.com/mysite/post/high-times-in-zion