Του Ofer Shelah

 Yedioth Ahronot

 

21/2/2006 


 

«Ήξερα ότι θα δημιουργούσε διαμάχες.»
Σπήλμπεργκ Φωτογραφία: Πρακτορείο Reuters




Ο Στήβεν Σπίλμπεργκ είναι βαθιά προσβεβλημένος – έχει πληγωθεί από τον τρόπο με τον οποίο το Ισραήλ υποδέχθηκε την ταινία του «Μόναχο» - από τις κριτικές και την περιφρόνηση. Σε αποκλειστική συνέντευξη του στην Yedioth Ahronot, ο Σπήλμπεργκ απαντά, εκφράζει την υποστήριξή του για το Kadima, και την αντίθεση του στον Πρόεδρο Μπούς. Α, και κάτι άλλο. Θέλει να φέρει την Gila Almagor στο Hollywood.

Ο Στήβεν Σπίλμπεργκ είναι βαθιά προσβεβλημένος. Ήξερε πριν καν αρχίσει ότι θα δεχθεί επιθέσεις στην Αμερική από τους φονταμενταλιστές όπως τους αποκαλεί, αλλά το Ισραήλ είναι κάτι άλλο.

Αλλά στο Ισραήλ; Στην δεύτερη πατρίδα του; Tην χώρα για την οποία είπε κάποτε σε συνέντευξη ότι είναι διατεθειμένος να πεθάνει; Aυτός που δημιούργησε την «Λίστα του Σίντλερ» και ένα τεράστιο έργο για την μνήμη του Ολοκαυτώματος ενθαρρύνοντας τους επιζώντες να μιλήσουν σε βίντεο;

Είπε ότι αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο ήταν διατεθειμένος να δώσει συνέντευξη σε ισραηλινή εφημερίδα. Πριν κυκλοφορήσει το «Μόναχο» έδωσε συνέντευξη στο περιοδικό “Time” και το “Der Spiegel” της Γερμανίας και είχε μία σύντομη τηλεφωνική συζήτηση με έναν Αμερικανό κριτικό κινηματογράφου τον Roger Ebert, και μόνο αυτά.

Αλλά συμφώνησε να μιλήσει με την “Yedioth Ahronot”, την πρώτη εφημερίδα στο Ισραήλ, για να αποκαταστήσει την αλήθεια. Για να μας υπενθυμίσει ότι μιλάμε για τον Στήβεν Σπίλμπεργκ, έναν υποστηρικτή του Ισραήλ, που δεν θα μπορούσε ποτέ να διανοηθεί να κάνει κάτι που να το βλάψει.

Εξάλλου, λέει ότι το Ισραήλ αποτελεί πρότυπο για τα άλλα έθνη, ένα παράδειγμα δημοκρατίας σε μία περιοχή που βρίσκεται περικυκλωμένη από εχθρούς. Με αυτήν την έννοια, λέει o Σπήλμπεργκ, ο κόσμος και οι Ηνωμένες Πολιτείες χρειάζονται το Ισραήλ περισσότερο από ποτέ άλλοτε. Τότε γιατί όλες αυτές οι επιθέσεις;


«Αυτή η συνέντευξη,» λέει από τηλεφώνου από το γραφείο του στο Λός Αντζελές, «μού δίνει την δυνατότητα να μιλήσω απευθείας με τους Ισραηλινούς. Περίμενα κάποια κριτική για το «Μόναχο» επειδή η ταινία ακουμπάει καυτά και πολύ επίμαχα ζητήματα.

«Αλλά σοκαρίστηκα από το γεγονός ότι κάποιοι στο Ισραήλ ενδεχομένως πίστεψαν ότι εγώ θα μπορούσα να δημιουργήσω κάτι – ένα βιβλίο, μία σειρά στην τηλεόραση ή μία ταινία – που θα ερχόταν σε αντίθεση με την βαθιά πίστη μου στο Κράτος του Ισραήλ. Εξεπλάγην από το γεγονός ότι δεν δόθηκε βάρος στο γεγονός ότι είμαι Εβραίος και παραγωγός κινηματογράφου. Κανένας δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι είμαι πολύ Εβραίος και πολύ φιλοισραηλινός.

Ο Σπήλμπεργκ μας γνωρίζει καλά. Γνωρίζει την ισραηλινή πολιτική, έχει επισκεφθεί το Ισραήλ αρκετές φορές και παρακολουθεί στενά τα ζητήματα που αντιμετωπίζει το Ισραήλ.

Αλλά γνωρίζοντας αυτή την χώρα, ο Σπήλμπεργκ έπρεπε να γνωρίζει και την νοοτροπία της «τι έχεις κάνει για μένα τώρα τελευταία» που επικρατεί εδώ, και ότι κανένας δεν θα έδινε σημασία στις προηγούμενες ταινίες του και το έργο του για το Ολοκαύτωμα. Έπρεπε να γνωρίζει ότι άτομα σαν τον πρώην αρχηγό της Μοσάντ, Shabtai Shavit, θα μιλούσαν για το «Μονάχο» με όρους που το χαρακτηρίζουν σχεδόν σαν προδοσία, λες και μας χρωστάει κάτι ο Σπήλμπεργκ πέρα από μία καλή ταινία.

Αλλά ακόμα και ο Σπήλμπεργκ θεωρεί ότι μας χρωστάει κάτι ακόμα. Και νομίζει ότι έκανε ακριβώς αυτό. Καθ’ όλη την διάρκεια της συζήτησης, μιλάει για το δικαίωμα των Εβραίων, σχεδόν ένα καθήκον των Εβραίων να θέτουν ερωτήματα και να συζητούν έντονα για αυτά. Λέει ότι αυτός είναι ο Εβραϊσμός με τον οποίο μεγάλωσε.

Το «Μόναχο» βασίζεται στην αρχή του διαλόγου, κάτι που έμαθα από τους γονείς μου και τον ραββίνο μου. Είναι χαρακτηριστικό των Εβραίων. Η προσευχή «shema” αρχίζει με την λέξη «άκου.» Είναι δικαίωμα μου σαν Εβραίος να αγαπάω το Ισραήλ, να το επισκέπτομαι, να κατανοώ και να θέτω ερωτήματα.

Σε ενοχλεί το γεγονός ότι εάν δεν ήσουν αυτός που είσαι η αντίδραση δεν θα ήταν τόσο συντριπτική;

«Επειδή είμαι αυτός που είμαι είχα το δικαίωμα να καταπιαστώ με αυτό το θέμα. Εάν δεν είχα υποστηρίξει αυτό το έργο δεν θα είχε εγκριθεί από κανένα στούντιο. Μόνο κάποιος σαν εμένα, κάποιος τελείως ανεξάρτητος θα μπορούσε να συγκεντρώσει πόρους για μία ταινία σαν το Μόναχο. Ήξερα ότι η Λίστα του Σίντλερ και το ιστορικό μου σαν σκηνοθέτης και Εβραίος μου δίνουν αξιοπιστία. Νόμιζα ότι οι άνθρωποι θα μου έδειχναν κάποια εμπιστοσύνη γνωρίζοντας πόσο αγαπάω το Ισραήλ.

Νιώθεις πληγωμένος;

“Όχι ακριβώς προσβεβλημένος. Αυτό που αισθάνομαι είναι κάτι σαν ντροπή που ο κόσμος δεν με γνωρίζει καλύτερα. Αυτές είναι επιθέσεις αυτόματου πιλότου. Μπορώ να καταλάβω μερικές. Ζείτε εκεί, δεχόσαστε επιθέσεις από βομβιστές αυτοκτονίας, βρίσκεστε υπό συνεχή απειλή. Αλλά σε αυτούς τους ανθρώπους, λέω, ηρεμήστε, είμαστε στην ίδια πλευρά.»

Καθώς μιλάει, η πρώτη κατηγορία εναντίον του – αυτή που περίμενε - γίνεται σαφής, και δεν προέρχεται μόνο από Ισραηλινούς αλλά και από την Δεξιά στην Αμερική. Δεν μπορείς να μην το αντιληφθείς. Η ταινία του Σπήλμπερκ αφορά το Μόναχο και εμάς, αλλά το έργο αφορά ίσως περισσότερο την Αμερική του Μπούς, μία Αμερική που χάνει τις ηθικές αναστολές της και την ικανότητα να αμφισβητεί το εαυτό της στο όνομα της καταπολέμησης της τρομοκρατίας.

Η τελευταία σκηνή της ταινίας αποτελεί παράδειγμα αυτού του μηνύματος. Καθώς παρουσιάζονται στο τέλος της ταινίας τα ονόματα των δημιουργών και συνεργατών εμφανίζεται στο βάθος το κάτω Μanhattan, όπου βρίσκονται φυσικά οι Δίδυμοι Πύργοι. Εδώ λένε οι κριτικοί στις ΗΠΑ και το Ισραήλ, ότι ο Σπήλμπεργκ υπονοεί ότι ο κύκλος της βίας μεταξύ Ισραηλινών και Παλαιστινίων οδήγησε στην τρομοκρατική ενέργεια της 11ής Σεπτεμβρίου. Εσκεμμένα η όχι, συμπαρατάσσεται με αυτούς που συνδέουν το Ισραήλ με αυτήν την αμερικάνικη τραγωδία.

Ο Σπήλμπεργκ απορρίπτει την σύνδεση. «Οποιοσδήποτε βγάζει το συμπέρασμα ότι από την τελευταία σκηνή υπάρχει κάποια σύνδεση με την σύγκρουση Ισραηλινών – Παλαιστινίων είναι είτε αφελής ή πολιτικοποιημένος, ένας άνθρωπος που έχει διαμορφώσει το έργο σύμφωνα με μία δική του προσωπική προκατάληψη,» λέει.

«Δεν συνδέεται η ισραηλινο -παλαιστινιακή σύγκρουση με την Αλ Κάϊντα. Το μήνυμα που ήθελα να μεταφέρω με την τελευταία σκηνή είναι ότι τώρα δυστυχώς έχει έρθει η ώρα για την Αμερική να αντιμετωπίσει τις δύσκολες επιλογές που το Ισραήλ αντιμετωπίζει εδώ και χρόνια.»

Και επαναλαμβάνει ότι δεν είχε πρόθεση να καταφερθεί εναντίον του Ισραήλ.

«Υπάρχει βαθύ συναίσθημα ανασφάλειας και μεγάλος φόβος πολιορκίας σε ένα τμήμα του Εβραϊκού Κόσμου. Υπάρχει το συναίσθημα ότι το Ισραήλ δέχεται συνέχεια επιθέσεις, ότι εφαρμόζουν δύο μέτρα και δύο σταθμά εναντίον του και ότι ο εχθρός ψάχνει για οποιοδήποτε τρωτό σημείο. Συμμερίζομαι αυτόν τον φόβο, αλλά πιστεύω επίσης ότι κάποια άτομα στην Εβραϊκή Κοινότητα θεωρούν το Ισραήλ τόσο αδύναμο που αντιδρούν με υστερία σε οτιδήποτε θεωρούν κριτική εναντίον του.»

Όταν λες «Εβραϊκή Κοινότητα» κάνεις διαφοροποίηση μεταξύ αυτής των ΗΠΑ και του Ισραήλ;

“Εννοώ την Εβραϊκή Κοινότητα γενικά. Οι περισσότεροι Εβραίοι της Αμερικής έχουν αγκαλιάσει το «Μόναχο» ως ένα πολύ σημαντικό και αντικειμενικό έργο συνείδησης.

Αναφέρομαι μόνο στην ακροδεξιά Εβραϊκή Κοινότητα σε αυτή την χώρα και υποθέτω ότι και στο Ισραήλ διαφωνούν έντονα με αυτό που προσπαθεί να πει αυτή η ταινία. Αυτοί οι φονταμενταλιστές πιστεύουν ότι οποιοσδήποτε θέτει ζητήματα σαν αυτά που θέτει η ταινία αποδυναμώνει το Ισραήλ – ότι οποιαδήποτε συζήτηση για την πολιτική του Ισραήλ αποτελεί επίθεση εναντίον της εδαφικής του κυριαρχίας.

Αυτοί οι άνθρωποι έχουν μία κοσμοθεωρία που βρίσκεται αυτόματα σε αμυντική στάση. Δέχονται μόνο μία άποψη, αυτή που επιβεβαιώνει τα δικά τους πιστεύω.

Δεν παρακολούθησαν τον τρόπο με τον οποίο η ταινία εξελίσσεται στο Μόναχο αλλά την παρακολούθησαν μέσα από τα δικά τους πιστεύω. Όταν δεν ταυτίστηκε η ταινία με αυτά, επιτέθηκαν. Αυτοί που είναι σίγουροι για τους εαυτούς τους εδώ και στο Ισραήλ αντέδρασαν διαφορετικά.

Με κατηγόρησαν ότι θέτω στην ίδια μοίρα ηθικά τους τρομοκράτες και τους Ισραηλινούς. Αυτό δεν είναι αλήθεια και οι πολιτισμένοι άνθρωποι που θα δουν το έργο θα συμφωνήσουν. Το ηθικό δίλημμα είναι το τίμημα το οποίο ο πρωταγωνιστής, ο Avner καλείται να πληρώσει και η κατάρρευση του χαρακτήρα του κάτω από την πίεση των ενεργειών του.

Οι άνθρωποι δεν κατάλαβαν ότι σε ότι αφορά εμένα, η Golda Meir δεν είχε άλλη επιλογή από το να διατάξει την επιχείρηση εκδίκησης – και εγώ υποστηρίζω αυτές τις επιχειρήσεις. Το Ισραήλ έπρεπε να δράσει.

Αλλά οποιοσδήποτε αναμειγνύεται με τέτοιες επιχειρήσεις τελικά υποφέρει. Οι πράκτορες της Μοσάντ δεν είναι άνδρες τύπου 007, δεν κυλάει παγωμένο νερό στις φλέβες τους. Είναι άτομα που δρουν με θάρρος και ηρωισμό, αλλά ένας άνθρωπος που προβαίνει σε τέτοιες επιχειρήσεις αναγκαστικά θα νιώσει κάποιες επιπτώσεις.»

Στο παρελθόν αρνήθηκες τρεις φορές να γυρίσεις το Μόναχο ισχυριζόμενος ότι η ιστορία είναι πολύ περίπλοκη.

«Ήξερα ότι θα προκαλέσει διαμάχη. Για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου απέφευγα τις διαμάχες διότι δημιουργούν πολύ θόρυβο και ο παραγωγός κινηματογράφου που βρίσκεται πίσω από αυτές πρέπει να βρίσκεται συνέχεια σε αμυντική στάση. Θέλω πάντα οι ταινίες μου να μιλούν από μόνες τους, αλλά ήξερα ότι πρόκειται για μία από εκείνες τις ταινίες όπου έπρεπε να βοηθήσω και εγώ με συνεντεύξεις.

Αν και δεν είμαι άνθρωπος της διαμάχης, θέλω να καταπιάνομαι με ιστορικά θέματα. Θυμάμαι καλά τα γεγονότα του Μονάχου. Τα είδα στην τηλεόραση και αφήσαν το σημάδι τους. Στην ταινία προσπάθησα να κάνω μία λογική θεώρηση, να προκαλέσω συζήτηση που δεν γίνεται υπό κανονικές συνθήκες

Ένα από τα πράγματα που με επηρέασαν περισσότερο για να κάνω αυτή την ταινία είναι ότι από τότε, στους Ολυμπιακούς Αγώνες, κάθε τέσσερα χρόνια, κανένας δεν μιλάει για την δολοφονία του Ισραηλινών Αθλητών, ιδιαίτερα η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή. Οι άνθρωποι προτιμούν να ξεχάσουν.

Σε έναν κόσμο όπου η τρομοκρατία υπάρχει με τέτοια τεράστια δύναμη, αυτό που οι Ισραηλινοί μπορούν να διδάξουν στον υπόλοιπο κόσμο είναι ότι η τρομοκρατία δημιουργεί μία σειρά από κακές εναλλακτικές λύσεις. Πρέπει να αντιδράσεις αλλά όλα έχουν ένα τίμημα.»

«Είχες κάποιους ενδοιασμούς όταν έκανες την ταινία; Υπήρχαν στιγμές όταν είπες στον εαυτό σου «Μήπως παρουσιάζω τους τρομοκράτες με επίμαχο τρόπο εδώ, ή «μήπως δύσκολα θα το αποδεχθεί αυτό το κοινό;”

.Όχι δεν είχα σκοπό να κάνω μία ταινία τύπου «Death Wish V,» μία κλασσική χολιγουντιανή ταινία με καλούς και κακούς. Στο Hollywood, συχνά οι κακοί είναι τελείως σατανικοί, δεν έχουν πρόσωπο, ούτε οικογένειες, ούτε ανθρώπινα χαρακτηριστικά. Οι καλοί είναι μόνο καλοί και φορούν λευκά καπέλα, που δείχνουν ότι είναι καλοί.

Δεν ήθελα να κάνω ένα τέτοιο έργο, αλλά μία ρεαλιστική ταινία. Ο σεναριογράφος, Tony Kushner και εγώ γνωρίζαμε ότι μόλις ένα από τα άτομα που σχεδίασε την επίθεση στο Μόναχο άνοιγε το στόμα του, εμείς θα δεχόμασταν επίθεση για αυτό.

Σκοπός μας δεν ήταν να φτιάξουμε μία ισορροπημένη ταινία, όπου μιλάει η μία πλευρά και μετά ακολουθεί η άλλη. Δεν πρόκειται για μία ισορροπημένη ταινία. Αλλά η βασική μας ιδέα είναι ότι κάθε άτομο είναι άνθρωπος και ότι ο λόγος για τον οποίο κάνει κάτι πρέπει να γίνει κατανοητός.

Το να κατανοεί κάποιος δεν σημαίνει ότι συγχωρεί, αλλά παρόλα αυτά πρέπει να προσπαθήσεις να καταλάβεις. Σε τι ωφελεί να σταματά κάποιος να σκέπτεται;

Σαν Εβραίος είναι δικαίωμά μου να εξερευνώ τα πάντα και να θέτω ερωτήματα. Για 59 χρόνια κάθομαι στο δείπνο του Σέντερ (δείπνο την παραμονή του Εβραϊκού Πάσχα), και θυμάμαι τουλάχιστον τα 49 από αυτά.

Σε κάθε Σέντερ, ακόμα και σε εκείνο που θα πάω στην Αριζόνα σε λίγους μήνες, γίνεται έντονη συζήτηση, θίγονται ζητήματα, προβάλλονται επιχειρήματα και δίνονται απαντήσεις σε αυτά – όλα μέχρι το επιδόρπιο.

Διαψεύδει ότι θέτει όλους στην ίδια μοίρα ηθικά

Προστέθηκε μία άλλη κατηγορία εναντίον της ταινίας εκτός απ’ αυτήν που ισχυρίζεται ότι θέτει στην ίδια μοίρα ηθικά τους τρομοκράτες και τους Ισραηλινούς. Ίσως αυτή να είναι και η πιο σοβαρή, δηλαδή ότι η ταινία είναι ανιστόρητη.

Ο Σπήλμπεργκ έχει πολλά να μάθει από την Μοσάντ,» λέει ο πρώην διευθυντής της, Shabtai Shavit, με κακότροπο ύφος έπειτα από προβολή της ταινίας που απέσπασε θερμά χειροκροτήματα.

Φυσικά, τουλάχιστον για όλο τον κόσμο εκτός από τους Ισραηλινούς, που πέρασαν εκείνες τις έξι ημέρες κολλημένοι στις τηλεοράσεις τους, ο Σπήλμπεργκ προσπαθεί να φτιάξει ένα ιστόρημα, όχι να γράψει ιστορία.

Αλλά με απροσδόκητο τρόπο, ο Σπήλμπεργκ δεν ακολουθεί αυτή την λογική και εκθέτει τον εαυτό το με αναπάντεχο τρόπο. «Έφτιαξα το Μόναχο όπως φτιάχνω όλες τις ταινίες μου – με την καλύτερη δυνατή έρευνα,» ισχυρίζεται. Όπως έκανα όταν έφτιαξα την ταινία «Σώζοντας τον Στρατιώτη Ραϊαν,» μίλησα με κάποια άτομα που αποβιβάστηκαν στην ακτή Omaha στην διάρκεια της εισβολής της Νορμανδίας. Προσπάθησα να περιγράψω τα πάντα με τον πιο ακριβή τρόπο.»

Γνωρίζεις φυσικά ότι το βιβλίο του George Jonas «Εκδίκηση» δεν θεωρείται αξιόπιστο στο Ισραήλ;

«Το εκτιμώ αυτό. Αλλά το Ισραηλινό κατεστημένο και η Μοσάντ δεν διέψευσαν ποτέ το βιβλίο του Jonas. Ικανοί άνθρωποι, όπως ο επικεφαλής της Μοσάντ εκείνη την εποχή, Zvi Zamir, έκαναν κριτική στο βιβλίο, αλλά η Μοσάντ ποτέ δεν ισχυρίστηκε επίσημα ότι αυτά που έγραψε ήταν ψευδή. Δεν έχουμε έγγραφα που αναφέρουν πραγματικά ποιος έκανε τι.»

Αλλά γιατί δεν μίλησες με αξιωματούχους της Μοσάντ που είχαν σχέση με την επιχείρηση σαν τον Zamir και τον Mike Harari, ο οποίος ήταν επικεφαλής της επιχείρησης;

«Οι ερευνητές μου προσέγγισαν πολλά άτομα. Δεν δέχθηκαν να μιλήσουν»

Σε συνεντεύξεις έχεις μιλήσεις για συναντήσεις με τον πραγματικό «Avner.” Τι μπορείς να πεις για αυτό;

«Δεν μπορώ να αποκαλύψω ποιος είναι ή να μιλήσω για τις συναντήσεις μου μαζί του, αλλά είναι ο άνθρωπός στον οποίο βάσισε το βιβλίο του ο George Jonas. Του υποσχέθηκα ότι δεν θα αποκαλύψω την ταυτότητά του και ότι δεν θα μιλήσω για τις συναντήσεις μας. Δεν θα είχα γυρίσει το έργο χωρίς να μιλήσω πρώτα μαζί του.»

Υπάρχει μία σκηνή στην οποία ο Avner φεύγει από το αεροδρόμιο και τον συναντούν δύο ένστολοι άνδρες σε στρατιωτικό τζίπ, που αναφέρουν ότι είναι πράκτορες της Shin Bet. Ο κάθε Ισραηλινός μπορεί να σου πει ότι το προσωπικό της Shin Bet δεν φοράει στολές και δεν οδηγεί τζίπ.

«Για κάθε έργο που κάνω, είτε αποτελεί φαντασία ή ιστορία, γίνεται διεξοδική έρευνα. Εάν έκανα λάθος, θα μου άρεσε να μάθω με ποιόν τρόπο. Όταν κυκλοφόρησε το «Σώζοντας τον Στρατιώτη Ράϊαν, υπήρχαν άτομα που μου είπαν ότι ο διοικητής του λόχου δεν θα είχε ποτέ δύο αναγνωριστικές άσπρες γραμμές στο μπροστινό μέρος του κράνους του διότι κάτι τέτοιο θα τον έκανε εύκολο στόχο για τους Γερμανούς ελεύθερους σκοπευτές. Είπα ότι έκανα λάθος. Θα μου άρεσε να μάθω ποια λάθη έγιναν στο Μόναχο.»

Σε συνέντευξή σου με τον Roger Ebert, είπες ότι οι ταινίες σου φτιάχνονται για να παρέχουν «την μέγιστη διασκέδαση με την λιγότερη μελέτη.» Ίσως αυτό να μην σου αρκεί αυτή την στιγμή;

«Δεν γύρισα το Μόναχο για να κάνω κάποιους ευτυχισμένους. Καθώς γερνάω αντιλαμβάνομαι πολύ όλες τις στιγμές της ιστορίας και την συμβολή των ανθρώπων που μας έφεραν εκεί που βρισκόμαστε σήμερα. Αυτό με κάνει να ενδιαφέρομαι περισσότερο για ιστορίες που προέρχονται από πραγματικά πρωτοσέλιδα.

Δεν έχω εγκαταλείψει τις ταινίες διασκέδασης αλλά την τελευταία δεκαετία έχω γυρίσει κάποιες ταινίες που εκφράζουν τον σεβασμό που έχω για την ιστορία.

Ετοιμάζομαι να γυρίσω το “Indiana Jones 4,” το οποίο σε ότι με αφορά, θα είναι το γλυκό επιδόρπιο που θα δώσω σε εκείνους που έπρεπε να καταπιούν τα πικρά μπαχαρικά που χρησιμοποίησα στο Μόναχο.»

Έχει γίνει πολύς λόγος για την μεγάλη μυστικότητα στα γυρίσματα του Μονάχου. Για το ότι οι ηθοποιοί δεν γνώριζαν πολλά για το έργο, πέρα από τον ρόλο τους. Γιατί τόση μυστικότητα;

«Δεν υπήρχε ούτε περισσότερη ούτε λιγότερη μυστικότητα σε αυτό έργο από άλλα όπως ο «Πόλεμος των Κόσμων» για παράδειγμα. Η μυστικότητα δεν υπάρχει για να δραματοποιήσει την κατάσταση αλλά για να μην υπάρχει προκατάληψη. Η μόνη διαφορά σε ότι αφορά το Μόναχο είναι ότι δεν έδωσα συνεντεύξεις κατά την διάρκεια των γυρισμάτων και της παραγωγής.

Το έκανα αυτό ώστε οι δημοσιογράφοι και οι κριτικοί να δουν το έργο χωρίς προκαταλήψεις. Το πρόβλημα είναι ότι, ό,τι λέω σχετικά με τους λόγους για τους οποίος γύρισα την ταινία, μόνο αυτό δημοσιεύεται στις εφημερίδες. Αυτό δεν δίνει την δυνατότητα στο κοινό να διαμορφώσει την δική του άποψη. Ήθελα αυτό το έργο να μιλήσει από μόνο του.»


Ο Σπήλμπεργκ, όπως αναφέρθηκε πριν, είναι ένθερμος υποστηρικτής του Ισραήλ.

«Έχω επισκεφθεί το Ισραήλ αρκετές φορές. Η τελευταία φορά ήταν πριν 11 χρόνια. Νομίζω ότι έχει αλλάξει πολύ προς το καλύτερο. Γυρίσαμε την ταινία όταν τέθηκε σε εφαρμογή το σχέδιο απεμπλοκής και φαινόταν σαν τρομερή πρόοδος που με έκανε να νομίζω ότι το Ισραήλ προχωρούσε σε μία συμφωνία ειρήνης και μία λύση με την ύπαρξη δύο κρατών στην περιοχή.

Η πιο ηρωική πράξη που έλαβε χώρα το 2005 ήταν η ίδρυση του κόμματος Kadima του Αριέλ Σαρόν, διότι η ειρήνη μπορεί να προέλθει μόνο από το πολιτικό κέντρο, ενώ οι πόλεμοι πάντοτε ξεκινούν από τους ακραίους.»

Οι συζητήσεις στο Ισραήλ για την ταινία άγγιξαν το ζήτημα των επιλεκτικών δολοφονιών. Τι πιστεύεις για το θέμα;

«Οι επιλεκτικές δολοφονίες που διασταυρώνονται για κάθε περίπτωση ξεχωριστά είναι ο μόνος τρόπος αντίδρασης. Αυτή η φράση από μόνη της θα προκαλέσει τις επιθέσεις φίλων μου φιλειρηνιστών. Όταν δεν αντιδράς όταν βρίσκεσαι υπό την απειλή της τρομοκρατίας, αυτό σε αποδυναμώνει και αυτό μπορεί να αποβεί καταστροφικό.

Αλλά όποτε αντιμετωπίζεις την βία με τη βία, υπάρχουν αθέλητες επιπτώσεις. Καμιά φορά ένα μεγαλύτερο κακό αντικαθιστά το κακό που γνωρίζεις. Καμιά φορά κάποιος πολύ χειρότερος παίρνει την θέση του ατόμου που σκοτώνεις.

Δεν ισχυρίζομαι ότι το Ισραήλ ή οι Ηνωμένες Πολιτείες θα έπρεπε να σταματήσουν να χρησιμοποιούν αυτό το όπλο, αλλά όταν χρησιμοποιείς βία, το κάθε θέμα πρέπει να εξετάζεται ξεχωριστά κατά περίπτωση, και πάντοτε πρέπει να υπάρχει εξακρίβωση εάν υπάρχει κάποιος με τον οποίο μπορείς να μιλήσεις.

Δεν υπάρχει τίποτα που μπορείς να συζητήσεις με την Χαμάς ή την Αλ Κάϊντα και το καταλαβαίνω αυτό καλά. Αλλά ελπίζω για την ημέρα όπου ο διάλογος θα γίνει πιο δυνατός από τα όπλα.»

Σχεδόν 30 Ισραηλινοί ηθοποιοί παίζουν στην ταινία. Σε εντυπωσίασε κάποιος απ’ αυτούς.»

«Η συνεργασία με την Ayelet Zorer, που υποδύεται την Dafna, την σύζυγο του Avner, ήταν θαυμάσια. Είναι μία αξιοθαύμαστη γυναίκα που μεταφέρει την οπτική γωνία ενός απλού πολίτη στην ταινία.

Και η Gila Almagor είναι εκπληκτική. Θα ήθελα να την φέρω στις Ηνωμένες Πολιτείες να δουλέψει εδώ μόλις βρω τον σωστό ρόλο για αυτήν. Οι Ισραηλινοί πρέπει να κάνουν αυτό που έκαναν οι Αυστραλοί. Να έρθουν στο Hollywood, να παίξουν σε ταινίες, να γίνουν επιτυχημένοι και μετά να γυρίσουν στο Ισραήλ και να γίνουν επιτυχημένοι και εκεί.»



http://www.ynetnews.com/articles/0,7340,L-3218385,00.html
http://www.ynetnews.com/articles/0,7340,L-3219061,00.html