«Δεν είμαι σιωνιστής, αλλά καταλαβαίνω γιατί ο σιωνισμός ήταν απαιραίτητος. Δεν πηγαίνω στη συναγωγή, αλλά καταλαβαίνω γιατί ορισμένοι Εβραίοι πηγαίνουν. Είμαι Εβραίος μέσα από αυτά που πιστεύω και λέω, μέσα από τον τρόπο με τον οποίο συζητώ, θυμάμαι και κάνω αστεία».

Ετσι μου απαντά ο Χάουαρντ Τζέικομπσον όταν τον ρωτάω τι σόι Εβραίος είναι. Κι αν δεν δίνετε πεντάρα για τη σχέση του διάσημου Βρετανού συγγραφέα με την εβραϊκή του ταυτότητα, θα αλλάξετε γνώμη αν διαβάσετε το τελευταίο του μυθιστόρημα, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Ψυχογιός».

Η «Περίπτωση Φίνκλερ», ανατρέποντας όλα τα προγνωστικά, κέρδισε πέρυσι το περιζήτητο βραβείο Booker, κάνοντας, είμαι σίγουρη, την κριτική επιτροπή να γελάσει μέχρι δακρύων αλλά και να συγκινηθεί με την ιστορία ενός βέρου Βρετανού, του μίζερου, loser και με τάση προς το μελόδραμα Τζούλιαν Τσέσλαβ, που θα έδινε και τη ζωή του για να γίνει Εβραίος.

Μια κωμωδία για τα ελαττώματα της φυλής του μέσα από τα μάτια ενός ξένου δεν θα αρκούσε, όμως, στον αιχμηρό και τολμηρό πολιτικά Τζέικομπσον. Ούτε μια ακόμα απόδειξη του απαράμιλλου λογοτεχνικού του ύφους (άθλος η μετάφραση του Γιώργου-Ικαρου Μπαμπασάκη). Το μυθιστόρημά του κάνει φύλλο και φτερό τις σύγχρονες προκαταλήψεις για τους Εβραίους, αυτές που δήθεν έχουμε ξεπεράσει. Και μη φοβάστε, δεν καλλιεργεί τις ενοχές μας, ούτε σηκώνει επιτιμητικά το δάχτυλο. Ο μεγαλύτερος εχθρός, άλλωστε, των Εβραίων στο βιβλίο του είναι ένας... Εβραίος.

- Είχατε πει ότι τα κωμικά μυθιστορήματα δεν κερδίζουν ποτέ το Μπούκερ. Μήπως αλλάξατε γνώμη;

«Ο χρόνος θα δείξει αν η νίκη μου αλλάξει τη λογοτεχνική αξία της κωμωδίας. Πιστεύω ότι η κωμωδία θα είναι πάντοτε προβληματική γιατί διχάζει (και οφείλει να διχάζει) και γιατί, σε αντίθεση με την τραγωδία, προσβάλλει και αναστατώνει. Από τη στιγμή που για να κερδίσεις ένα βραβείο πρέπει να ευχαριστήσεις την επιτροπή, οι πιθανότητές σου να το καταφέρεις με μια κωμωδία είναι ελάχιστες. Ισως και να μην πρέπει η κωμωδία να κερδίζει βραβεία, αν θέλει να είναι τίμια με τον εαυτό της. Είμαι, όμως, ενθουσιασμένος που πήρα το Μπούκερ. Αλλωστε, πολλοί κριτικοί είπαν ότι το βιβλίο μου δεν είναι κωμωδία. Κι εγώ ολοένα και περισσότερο το περιγράφω σαν μια τραγωδία που σε κάνει να γελάς».

- Νιώσατε ποτέ αουτσάιντερ, αποκλεισμένος από τη «σοβαρή» αγγλική λογοτεχνία;

«Πάντα ένιωθα αουτσάιντερ. Ηταν για μένα συνώνυμο του μυθιστοριογράφου. Αλλά αυτοί που προωθούν τη "σοβαρή" λογοτεχνία είναι ένα πρόβλημα. Ο Ραμπελέ τούς έλεγε "agelastes" -δηλαδή ανθρώπους που δεν μπορούν να γελάσουν ή αρνούνται από άποψη να γελάσουν. Πιστεύω ότι η άρνηση του γέλιου δείχνει μια βαθιά έλλειψη σοβαρότητας».

- Πώς θα ορίζατε ένα κωμικό βιβλίο;

«Δεν μπορώ και δεν θέλω να "ορίσω" την κωμωδία. Αλλά την αναγνωρίζουμε, και όχι αναγκαστικά γιατί μας κάνει να γελάμε. Κάποιες φορές εμφανίζεται με μορφή ευγενική, κάποιες άλλες με μια γλώσσα έντονη και σωματική ή με την ανατροπή αξιών που θεωρούμε ιερές. Οταν, στις πρώτες σελίδες της "Αννας Καρένινα", ο Ομπλόνσκι γυρίζει σπίτι από μια νύχτα με την ερωμένη του, φέρνοντας στη γυναίκα του ένα αχλάδι σαν δώρο ειρήνης, μπορεί να μη γελάσουμε δυνατά, αλλά η αγάπη που τρέφουμε γι' αυτόν έρχεται σε σύγκρουση με τη συμπάθεια που νιώθουμε γι' αυτήν. Οταν δοκιμάζεται η αίσθησή μας για την αξιοπρέπεια και την τιμιότητα, όταν τα σωστά πράγματα γίνονται λιγότερο ελκυστικά από τα λάθος, τότε βρισκόμαστε στο βασίλειο της κωμωδίας».

- Η εμπειρία των Εβραίων της Βρετανίας σπανίως ή ποτέ δεν έφτανε στις λογοτεχνικές σελίδες. Πώς το εξηγείτε;

«Επί πολλά χρόνια πιστεύαμε ότι ο μόνος τρόπος να επιβιώσουμε ήταν να κρατάμε χαμηλά το κεφάλι και να μην τραβάμε την προσοχή. Υπήρχε κι άλλος λόγος: πολλοί Εβραίοι καλλιτέχνες και διανοούμενοι θεωρούσαν την εβραϊκή εμπειρία επαρχιακή και περιοριστική. Αν ήθελες να κατακτήσεις τα ευγενή ύψη της τέχνης, έπρεπε να την αφήσεις πίσω σου. Στο βαθμό που η ζωή των Εβραίων στη Βρετανία υπήρξε κλειστή σε νέες ιδέες, η επιθυμία τους να δραπετεύσουν είναι κατανοητή, αν και λίγο ντροπιαστική. Αλλά όλα αυτά αρχίζουν να αλλάζουν. Το βιβλίο μου είναι ένα σύμπτωμα και, ελπίζω, μοχλός επιτάχυνσης της αλλαγής».

-Αντίθετα, η αμερικανική λογοτεχνία είναι γεμάτη από μεγάλους Εβραίους συγγραφείς (από τον Μπέλοου μέχρι τον Ροθ), που γράφουν για τα προβλήματα που θέτει η εβραϊκότητά τους, συχνά με ιδιαίτερο χιούμορ. Αυτή η πλούσια παράδοση σας ενέπνευσε;

«Οχι στην αρχή της καριέρας μου. Τους ανακάλυψα μόνον όταν άρχισαν να με συγκρίνουν μαζί τους. Τώρα με εμπνέουν· οι ρίζες μου, όμως, είναι αγγλικές. Το δικό μου μεγάλο στοίχημα ήταν να μεταμοσχεύσω τον Εβραίο στον Αγγλο, ένα εγχείρημα που με έβαλε αντιμέτωπο με πολύ περισσότερες δυσκολίες απ' όσες θα συναντούσα αν ήμουν Αμερικανός. Η αμερικανική λογοτεχνία είναι μια εβραϊκή λογοτεχνία. Δεν θέλω να πω ότι οι Αμερικανοεβραίοι συγγραφείς κέρδιζαν εύκολα την επιτυχία, αλλά η αμερικανική κουλτούρα ήταν πιο εύπλαστη. Η αγγλική θα σε δεχτεί αν χτυπήσεις πολύ δυνατά την πόρτα της, αλλά έχει μεγαλύτερη ιστορία και πολύ αυστηρούς κανόνες. Είναι, πάντως, μεγάλη ευχαρίστηση για ένα αουτσάιντερ σαν κι εμένα να προσπαθεί να τους σπάσει, την ίδια ώρα που τους σέβεται».

- Γι' αυτό, λοιπόν, όταν σας αναφέρουν ως τον «Βρετανό Ροθ», απαντάτε: «Θα προτιμούσα να είμαι η Εβραία Τζέιν Οστεν».

«Με κολακεύει να με συγκρίνουν με τον Ροθ -έναν μεγάλο, μεγάλο συγγραφέα- αλλά είναι μια σύγκριση ανακριβής. Στα βιβλία του ακούς την ευρωπαϊκή παράδοση -τον Μπάμπελ, τον Κάφκα. Σε μένα ελπίζω να ακούτε αγγλικές επιρροές -τον Σάμιουελ Τζόνσον, την Τζέιν Οστεν, την Τζορτζ Ελιοτ, τον Ντίκενς».

- Στην «Περίπτωση Φίνκλερ» διαλέξατε να μιλήσετε για τους Εβραίους της Βρετανίας μέσα από τα μάτια ενός εθνικού, που θέλει απελπισμένα να ενστερνιστεί την εβραϊκή κουλτούρα και θρησκεία. Τι συγγραφικό πλεονέκτημα σας πρόσφερε ο Τρέσλαβ;

«Είναι ο δικός μου Βιργίλιος, που οδηγεί σε άγνωστους κόσμους πολλούς μη Εβραίους αναγνώστες. Πότε διαφωτίζει, πότε δημιουργεί παρανοήσεις. Μέσα από την καλοπροαίρετη διάθεσή του απέναντι στους Εβραίους, το μυθιστόρημα έχει τη δυνατότητα να εξερευνήσει επικίνδυνες περιοχές. Η αθωότητά του με διευκολύνει να πω τα ανείπωτα. Υπογραμμίζει, επίσης, σ' ένα μυθιστόρημα για το φόβο του αντισημιτισμού στην Αγγλία, τα καλά αισθήματα που υπάρχουν ακόμα γι' αυτούς».

- Ο Σαμ Φίνκλερ, ο Εβραίος που ντρέπεται που είναι Εβραίος, φαντάζει εντελώς μυθιστορηματικός χαρακτήρας.

«Κανένας χαρακτήρας δεν είναι ποτέ εντελώς μυθιστορηματικός. Πραγματικοί Φίνκλερ μπλέκουν με φανταστικούς για να τον δημιουργήσουν. Υπάρχουν εκεί έξω Εβραίοι που μισούν παθολογικά την καταγωγή τους. Πάντα υπήρχαν. Είναι τόσο εξουθενωτική και απαιτητική η εβραϊκότητα -ο ένας Θεός, οι κοινές συμφορές, η αφοσίωση στις μνήμες- που κάποιοι αισθάνονται ότι μόνο με βίαιο τρόπο μπορούν να ξεφύγουν. Η ύπαρξη του Ισραήλ είναι απλώς το νεότερο πρόσχημα. Η ειρωνεία είναι ότι κάποτε και ο σιωνισμός ήταν μια προσπάθεια να ελαφρώσει τους Εβραίους από τις πιο δυσάρεστες και ηττοπαθείς πλευρές της εβραϊκότητας».

- Πολλοί άνθρωποι σήμερα συγκρίνουν τους Ισραηλινούς με τους ναζί. Ποια είναι η δική σας απάντηση;

«Το ίδιο μου το μυθιστόρημα. Κανείς δεν θα 'πρεπε να αποκαλεί τους Εβραίους ναζί, εκτός κι αν τους μισεί. Είναι μια επιθυμία να τους τιμωρήσεις ταυτίζοντάς τους με την πιο σκληρή εμπειρία τους. Μια νέα τάση, που κερδίζει συνεχώς έδαφος, και είναι χειρότερη και από την άρνηση του Ολοκαυτώματος, είναι να κατηγορείς τους Εβραίους ότι δεν στάθηκαν στο ύψος της δοκιμασίας τους. "Πώς εσείς που ζήσατε το Ολοκαύτωμα", τους ρωτούν, "ασκείτε τέτοια βία πάνω σε άλλους;". Το Ολοκαύτωμα, με άλλα λόγια, γίνεται ένα ηθικό μάθημα, που οι Εβραίοι αρνήθηκαν να πάρουν. Το να μην υποτιμούν το Ολοκαύτωμα δίνει στους υποστηρικτές αυτής της άθλιας άποψης ένα πλεονέκτημα: όσο πιο τρομερό ήταν τόσο πιο ένοχοι είναι οι Εβραίοι, που τίποτα δεν διδάχτηκαν. Με αυτό τον τρόπο πληρώνουν το Ολοκαύτωμα δυο φορές».

- Πώς εξηγείτε το γεγονός ότι πολλοί Εβραίοι δεν είναι απλώς σύμμαχοι του αγώνα των Παλαιστινίων, αλλά εχθρεύονται την ίδια την ύπαρξη του Ισραήλ;

«Το ότι υπάρχουν Εβραίοι που δεν γνωρίζουν την ιστορία του Ισραήλ ή την αρνούνται και τη μετατρέπουν σε ένα παραμύθι σκληρότητας και απληστίας, εξηγείται. Ηδη σας είπα για την τάση των Εβραίων να αρνούνται την καταγωγή τους. Μαζί με την επιθυμία απόδρασης πηγαίνει και η λαχτάρα να γίνεις αποδεκτός, και άρα να ενστερνιστείς τις πολιτικά "σωστές" απόψεις. Ολοι πρέπει να είναι με το πλευρό των σκληρά δοκιμαζόμενων Παλαιστινίων. Αλλο αυτό και άλλο να θέλεις την εξαφάνιση του Ισραήλ ή να το καταδικάζεις με κάθε ευκαιρία. Ολες οι αναφορές γύρω από αυτή τη σύγκρουση πάσχουν από απλοϊκότητα και συναισθηματικότητα. Οι άνθρωποι δυσκολεύονται να παραδεχτούν ότι όλες οι πλευρές έχουν και δίκιο και άδικο. Οι περισσότεροι που γράφουν ή διαδηλώνουν για το παλαιστινιακό, αγνοούν τα βασικά στοιχεία της Ιστορίας, δεν ξέρουν καν πόσα χρόνια συνεχίζεται, φαντάζονται ότι οι Εβραίοι έπεσαν από τον ουρανό το 1946 και άρπαξαν όσα έφτανε το χέρι τους. Η γνώση είναι δύναμη. Εάν γνωρίζεις πώς έγιναν τα πράγματα, είσαι πιο αμερόληπτος».

- Το 2009, όταν η Κάριλ Τσέρτσιλ έγραψε το μίνι θεατρικό «Επτά Εβραιόπουλα» αντιδρώντας εν θερμώ στην εισβολή των Ισραηλινών στη Γάζα, της επιτεθήκατε. Πού σταματάει, κατά τη γνώμη σας, η κριτική στις πρακτικές του Ισραήλ και πού ξεκινά ο αντισημιτισμός;

«Σε προδίδει η γλώσσα σου. Οταν παρουσιάζεις τους Ισραηλινούς να διψάνε για αίμα μωρών των Παλαιστινίων, πηγαίνεις πέρα από την οποιαδήποτε κριτική του σιωνισμού. Ολο και περισσότερο βλέπουμε αρχαίες προκαταλήψεις για τους Εβραίους να γλιστράνε στην κριτική εναντίον του Ισραήλ. Γλίστρησαν και στο έργο της Κάριλ Τσέρτσιλ, χωρίς -είμαι σίγουρος- να το καταλαβαίνει. Τόσο ύπουλες είναι, κατοικούν στην ίδια μας τη γλώσσα. Η ιδέα της εγκληματικότητας του Ισραήλ είναι πια τόσο διαδεδομένη, που ακόμα και μορφωμένοι συγγραφείς και σχολιαστές αρνούνται να εξετάσουν τα κίνητρα ή τη γλώσσα τους. Πιστεύουν ότι ένα μικρό στραβοπάτημα συγχωρείται, μπροστά στο μεγαλύτερο».

- Στο μυθιστόρημά σας περιγράφετε μια αύξηση των αντισημιτικών επεισοδίων στη Μεγάλη Βρετανία. Φοβάστε ότι θα πάψει να είναι ο παράδεισος που ήταν κάποτε για τους Εβραίους;

«Μόνο ένας ανόητος δεν θα φοβόταν, έστω και λίγο. Κάποτε οι απειλές στους Εβραίους έρχονταν από τη Δεξιά και τον όχλο. Τώρα είναι η Αριστερά αυτή που συχνότερα μιλά απαξιωτικά για τους Εβραίους (αν και το αρνείται) και οι μισομορφωμένοι πανεπιστημιακοί. Θα υπάρξουν άραγε περισσότερες επιθέσεις στους δρόμους την επόμενη φορά που θα εκραγεί η Μέση Ανατολή; Μπορεί. Ή θα πρέπει απλώς να υποστούμε ένα κλίμα πολιτισμένης εχθρότητας; Το κάνουμε ήδη. Η εγκληματικότητα του Ισραήλ νομιμοποίησε μια παράλογη και ανεξέλεγκτη ρητορική του μίσους, στην οποία λέξεις που πληγώνουν τους Εβραίους, ακόμα κι αν δεν είναι ηθελημένα ρατσιστικές, είναι ο κανόνας. Ποιες θα είναι οι συνέπειες; Κανένας δεν ξέρει. Αυτό ακριβώς είναι το θέμα του βιβλίου μου». *

info:Κυκλοφορούν επίσης τα μυθιστορήματά του: «Φάτε τη σκόνη μου» και «Ξεχάστε πια το καλό παιδί» από τις εκδόσεις «Πόλις»

http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=269602